Η Αγγελική Δαρλάση είναι μια πολυγραφότατη σύγχρονη συγγραφέας που έχει ξεχωρίσει στον χώρο της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας με έργα ευαίσθητα και βαθιά ανθρώπινα.

Photo: www.politeianet.gr
Στα βιβλία της φωτίζει ζητήματα ταυτότητας, διαφορετικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και μνήμης, δίνοντας φωνή σε ήρωες που συχνά βρίσκονται στο περιθώριο. Η γραφή της, άμεση και ποιητική μαζί, δεν φοβάται τα δύσκολα θέματα και εμπιστεύεται τη σκέψη και το συναίσθημα των νεαρών αναγνωστών. Με συνέπεια και ενσυναίσθηση, η Αγγελική Δαρλάση έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας λογοτεχνίας που δεν απευθύνεται απλώς στους νέους, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά μαζί τους.
Η Αγγελική Δαρλάση είναι πεζογράφος, θεατρική συγγραφέας, σεναριογράφος και διδάσκουσα δημιουργικής γραφής. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Σπούδασε Θεατρολογία (Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών), Παραστατικές Τέχνες (Μ.Α. στο The Royal Central School of Speech and Drama) και δημιουργική γραφή (σε Αθήνα και Λονδίνο) σκηνοθέτησε θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, performances, devised και promenade παραστάσεις. Δούλεψε σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Το 2004 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα για παιδιά και νέους “Ονειροφύλακες” που τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο.
Ήταν η υποψήφια Ελληνίδα συγγραφέας για το Διεθνές Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν 2024. Το μυθιστόρημά της “Το αγόρι στο θεωρείο” ως ένα από τα καλύτερα 20 βιβλία, που αξίζει να μεταφραστούν παγκοσμίως σε όλες τις γλώσσες.
Το μυθιστόρημα “Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα” μεταφέρθηκε σε graphic novel. Τι επιτρέπει το graphic novel που δεν επιτρέπει η πεζογραφία;

Να είσαι πιο λιτή και πιο περιεκτική. Να λες εκείνα τα ελάχιστα αλλά ουσιαστικά και απαραίτητα που σε συνδυασμό με την εικόνα μεταφέρουν την ατμόσφαιρα αλλά και τα ανείπωτα.
Η συνεργασία με μια εξαιρετική εικονογράφο, όπως η Δήμητρα Νικολαΐδου στην περίπτωση αυτή, είναι μια πράξη συν-δημιουργίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα αφήγηση, όπου η εικόνα και το κείμενο λειτουργούν συμπληρωματικά και ισότιμα, προσφέροντας μια διαφορετική ταχύτητα και διαφορετικής ποιότητας βάθος στην ιστορία. Είναι σαν να προσθέτεις μια διαφορετική διάσταση στον κόσμο που έχεις ήδη χτίσει.
Έχετε διανύσει μια πορεία που απλώνεται σε πολλά πεδία της γραφής. Αν κοιτάξετε πίσω, ποια στιγμή θα λέγατε ότι “ξεκλείδωσε” για εσάς τη συνειδητοποίηση ότι θέλετε να αφηγείστε ιστορίες;
Δεν υπήρξε μία μοναδική, δραματική στιγμή. Ήταν μια σταδιακή συνειδητοποίηση που άρχισε από την παιδική μου ηλικία, μέσα από το διάβασμα. Το να διαβάζω ήταν σαν να μπαίνω σε άλλους κόσμους. Στη συνέχεια, αυτό εξελίχθηκε σε μια ανάγκη να τους φτιάχνω κι εγώ. Νομίζω πως η “κλειδαριά” άνοιξε οριστικά τη στιγμή που κατάλαβα ότι η γραφή, είτε είναι ένα παραμύθι, ένα θεατρικό έργο ή ένα ποίημα, είναι ο δικός μου τρόπος να κατανοήσω και να συνδεθώ με τον κόσμο. Ήταν λιγότερο μια απόφαση καριέρας και περισσότερο μια εσωτερική αναγκαιότητα – ο τρόπος που το μυαλό μου τακτοποιούσε τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Κι ο τρόπος που έχω για να επικοινωνώ με τον έξω κόσμο.

Συνήθως όταν ένας δημιουργός εξελίσσεται, αλλάζει και η σχέση του με το ίδιο του το έργο. Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος, που γράφετε σήμερα σε σχέση με τα πρώτα σας βιβλία;
Στα πρώτα μου βιβλία, υπήρχε ίσως μια μεγαλύτερη αγωνία για την “τέλεια” φόρμα και την προσπάθεια να αποδείξω, πρωτίστως στον εαυτό μου, ότι “μπορώ” να γράψω όλα αυτά τα οποία ένιωθα και σκεφτόμουν και με προβλημάτιζαν.
Ταυτόχρονα όμως απολάμβανα το γεγονός ότι έπλεα σ’ ένα ποτάμι ορμητικό που ερχόταν από την τότε πιο πρόσφατη παιδική κι εφηβική μου ηλικία αφήνοντας τον εαυτό μου να παρασυρθεί άφοβα.
Με τον χρόνο, άρχισα να αναζητώ συνεχώς νέες συγγραφικές προκλήσεις άλλοτε στο είδος, άλλοτε στη φόρμα θέτοντας κάθε φορά έναν νέο όριο που συγγραφικά με δοκίμαζε. Σήμερα, έχω μάθει πλέον να εμπιστεύομαι ακόμη περισσότερο το ίδιο το υλικό μου.
Είμαι πλέον πεπεισμένη ότι οι χαρακτήρες μου πάντα γνωρίζουν καλύτερα από μένα και να τους αφήνω να με οδηγήσουν. Και πλέον η ματιά μου έχει μπολιαστεί και από το βλέμμα των άλλων μεταφέροντας και άλλων ανθρώπων λόγια κι εμπειρίες. Ούτε κι έχω δισταγμούς στο να τολμήσω να αγγίζω δύσκολα θέματα, έχοντας πλέον την πεποίθηση ότι το κείμενο, αν είναι αληθινό, θα βρει τον δρόμο του στον αναγνώστη.

Οι “Ονειροφύλακες” είναι ένα καλό παράδειγμα, που μετά από από 20 χρόνια, ήρθε και το τρίτο βιβλίο. Πώς επέδρασε σε εσάς αυτό το χρονικό διάστημα, ώστε να ολοκληρώσετε το έργο;
Η εικοσαετής παύση ήταν καθοριστική. Οι “Ονειροφύλακες” ήταν ένα αγαπημένο έργο, αλλά έπρεπε να “ωριμάσει” μέσα μου η πορεία του και ταυτόχρονα να έχω μια καθαρή ματιά σε σχέση με όσα δεν είχαν χωρέσει στα προηγούμενα βιβλία ή κι ήθελα με νέο διαφορετικό βλέμμα να δω. Όταν ξεκίνησα να γράφω το τρίτο βιβλίο είχα αλλάξει εγώ, είχε αλλάξει ο κόσμος, και οι αναγνώστες που αγάπησαν τα πρώτα βιβλία είχαν μεγαλώσει. Αυτό το διάστημα μου επέτρεψε να δω τους ήρωες και την ιστορία τους με μια βαθύτερη, ματιά. Το τρίτο μέρος έπρεπε να δώσει απαντήσεις, αλλά και να θέσει νέα ερωτήματα, όντας πιο κοντά στις δικές μου σημερινές αναζητήσεις για την απώλεια, τη μνήμη, τις υπαρξιακές αναζητήσεις αλλά και τη δύναμη της αγάπης.
Κινείστε ανάμεσα στην πεζογραφία, το θέατρο και το σενάριο. Πώς αποφασίζετε τη “μορφή” που θα πάρει μια ιστορία; Σας καθοδηγεί το υλικό ή περισσότερο η απόφαση της γραφής;
Με καθοδηγεί σχεδόν αποκλειστικά το υλικό. Η ιστορία, αλλά πολύ συχνά ακόμη και η αρχική ιδέα, “φωνάζει” τη μορφή της. Τις περισσότερες φορές η ιδέα έρχεται μαζί με τη μορφή της.
Στα βιβλία σας για παιδιά και νέους συναντά κανείς την Ιστορία, τη μνήμη, αλλά και τη βαθιά ανθρώπινη ματιά. Πώς επιλέγετε ποιο μέρος της πραγματικότητας “αντέχει” να διαβάσει ένα παιδί;
Η επιλογή μου βασίζεται στην αλήθεια της αφήγησης και στον σεβασμό προς τον αναγνώστη. Πιστεύω ότι τα παιδιά αντέχουν την αλήθεια, αρκεί να τους δοθεί με ενσυναίσθηση και με τρόπο που να μπορούν να τη διαχειριστούν. Δεν κρύβω τις δύσκολες πτυχές της Ιστορίας ή της ζωής, αλλά τις φιλτράρω μέσα από τη ματιά ενός παιδιού ή ενός εφήβου.
Δεν μ’ ενδιαφέρει να τρομάξω ή να διδάξω.. Η βία, η απώλεια, η αδικία, παρουσιάζονται ως κομμάτια μιας ιστορίας, αλλά ποτέ ως αυτοσκοπός. Και πάντα μου επιτρέπω να αφήνω χώρο για την ελπίδα, την αλληλεγγύη και την δύναμη του ανθρώπινου νου και της ανθρωπιάς. Πάντα επιτρέπω έστω σε μια αχτίδα φωτός να τρυπήσει το σκοτάδι. Επειδή η παιδική και νεανική ηλικία τα εμπεριέχουν στην ουσία τους. Κι είναι και για μένα ένας παρήγορος τρόπος να βλέπω τον κόσμο γύρω μου αυτή η οπτική.

Πόσες δεύτερες και τρίτες κ.ο.κ σκέψεις έχετε, κάθε φορά που γράφετε ένα βιβλίο για νέους και παιδιά;
Η μόνη δεύτερη και τρίτη και τέταρτη σκέψη είναι αν εμένα θα μ’ ενδιέφερε ως παιδί. Κι επειδή έχουν αλλάξει και πολλά από τότε που ήμουν εγώ παιδί παίρνω και τις γνώμες παιδιών του περιβάλλοντός μου ή παιδιών που γνωρίζω. Έστω κι ένα να βρεθεί να παιδί ότι θα το ενδιέφερε τότε, ναι, θεωρώ ότι αξίζει για έναν ακόμη λόγο να προχωρήσω.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για σας σε επίπεδο θεματολογίας ενός βιβλίου, που απευθύνεται σε νεαρούς αναγνώστες, που ξεκινάνε το ταξίδι τους στη λογοτεχνία;
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να τους δείξω ότι το βιβλίο δεν είναι “υποχρέωση” ή “σχολικό καθήκον”, αλλά μια πόρτα προς την ελευθερία, την περιπέτεια και την κατανόηση του εαυτού τους και του κόσμου. Σε επίπεδο θεματολογίας, η πρόκληση είναι να βρω την ισορροπία μεταξύ του οικείου και του νέου. Να μιλήσω για πράγματα που τους αφορούν άμεσα, αλλά να τα εντάξω σε μια μεγαλύτερη ιστορία που θα τους τραβήξει σε άγνωστα μονοπάτια, καλλιεργώντας παράλληλα την αντοχή στην ανάγνωση μεγαλύτερων κειμένων.
Έχετε αναφέρει ότι η δική σας συγγραφική εμμονή είναι να μιλάτε για την διαφορετικότητα, για την ανάγκη αποδοχής και την συμπερίληψη. Το κοινό είναι πιο εξοικειωμένο με αυτές τις έννοιες σήμερα ή το έργο σας είναι πιο δύσκολο;
Το κοινό, και ιδιαίτερα οι νέοι, είναι πιο δεκτικό και πιο ενημερωμένο σε αυτές τις έννοιες σήμερα, χάρη στην κοινωνική πρόοδο και την ευρύτερη συζήτηση. Ωστόσο, αυτό δεν κάνει το έργο μου ευκολότερο. Αντιθέτως. Η πρόκληση είναι να μην πέσω σε κλισέ ή σε διδακτισμό. Πρέπει να παρουσιάσω τη διαφορετικότητα όχι ως “θέμα”, αλλά ως φυσιολογικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Το έργο γίνεται πιο δύσκολο γιατί πρέπει να είναι πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό, να αποφύγει την επιφανειακή “πολιτική ορθότητα” και να αγγίξει την καθολική ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, αποδοχή και ανήκειν.

Ζούμε σε μια εποχή γεμάτη εικόνα και ταχύτητα. Οι νέες γενιές έχουν μάθει στο scrolling. Πώς μπορεί κανείς να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον με ένα βιβλίο;
Με δυνατές ιστορίες, που έχουν σφιχτή πλοκή, πειστικούς χαρακτήρες με τους οποίους μπορούν να ταυτιστούν και θέματα που τους καίνε. Που εμπεριέχουν αλήθειες που τολμάνε. Με ιστορίες που τολμούν να απευθυνθούν στην κρίση τους και που δεν φοβούνται το ενδεχόμενο να τις συγκινήσουν. Με ιστορίες που αντιμετωπίζουν με σεβασμό και την πεποίθηση ότι η γνώμη των νέων είναι υπολογίσιμη. Που παρουσιάζει την αλήθεια χωρίς φτιασίδια, εξωραϊσμούς αλλά ταυτόχρονα τους ανοίγει και πόρτα ακόμη και προς την ουτοπία, που τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο και να τον διεκδικήσουν. Με μια πρόθεση-πρόσκληση στο ότι στον κόσμο του βιβλίου οι αναγνώστες είναι πάντα και συνδημιουργοί.
Στις γιορτές, πολλοί επιλέγουν βιβλία ως δώρα. Τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο να λειτουργεί ως ουσιαστική χειρονομία;
Όταν με την επιλογή σου δείχνεις ότι “βλέπεις” τον άλλον όταν αυτή η επιλογή είναι μια γέφυρα για να γνωρίσετε καλύτερα η μία την άλλη.
Η δημιουργική γραφή (creative writing) ήρθε στην Ελλάδα, σε μορφή σπουδών και σεμιναρίων, τα τελευταία χρόνια. Αισθάνεστε ότι έχει βοηθήσει τους ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά στο διάβασμα και φυσικά στη συγγραφή;
Θα ήθελα πολύ να έλεγα ότι τους έχει βοηθήσει στο να έρθουν πιο κοντά στο διάβασμα. Δυστυχώς δεν νομίζω ότι ισχύει. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να γράψουν, που παρακολουθούν αυτά τα σεμινάρια και δυστυχώς δεν διαβάζουν. Μου φαίνεται αδιανόητο.
Αν μπορούσατε να κάνετε μια ευχή για το μέλλον του βιβλίου και για όσους ονειρεύονται να γράψουν, ποια θα ήταν;
Να παραμείνει το βιβλίο ένα καταφύγιο και ταυτόχρονα ένα παράθυρο στον κόσμο εντός κι εκτός μας.
Cover image: FB / Αγγελική Δαρλάση




