Σωτήρης Ευαγγέλου: Από εδώ να ξεκινήσει η ανάταση της ελληνικής γαστρονομίας

by Mina Afentouli
O Executive Chef του Makedonia Palace Σωτήρης Ευαγγέλου είναι ένας άνθρωπος χορτασμένος. Από δημιουργία, από εμπειρία, από αναγνώριση.

 

Έχει βρει τον τρόπο να τα επιστρέφει όλα αυτά στον κόσμο μέσα από τις συνταγές του, που αποτελούν την kuzina ala grecque και έχουν εμποτιστεί όλη τη γνώση, την εμπειρία και το ταλέντο του.

Η διαδρομή του τον έφερε δίπλα σε κορυφαίους εκπροσώπους της γαστρονομίας, όπως ο Alain Ducasse, περνώντας αμέτρητες ώρες στις κουζίνες των εστιατορίων του ομίλου του, από το Μονακό μέχρι τη Μασσαλία και την Προβηγκία. Σημαντικός σταθμός υπήρξε η συνεργασία του με το Plaza Athénée στο Παρίσι, ενώ στη συνέχεια συνέχισε την πορεία του στην Ελλάδα, σε εμβληματικά ξενοδοχεία όπως το King George, η Μεγάλη Βρετανία και το Athenaeum InterContinental.

«Κάθε κουβέντα του μοιάζει με χάντρα από παλιό κομπολόι». Η φράση αυτή, γραμμένη από χρήστη του διαδικτύου κάτω από πρόσφατη συνέντευξή του, ήρθε στο μυαλό μου φεύγοντας από τη συζήτησή μας στο σαλόνι του Makedonia Palace, με θέα τον Θερμαϊκό.

Εκεί μιλήσαμε κυρίως για όσα συμβαίνουν καθημερινά στην κουζίνα του εμβληματικού Salonika Restaurant, από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Για μια κουζίνα όπου κάθε πιάτο κουβαλά την αύρα της kuzina ala grecque και αφηγείται, με τον δικό του τρόπο, μια ιστορία.

 

 

Ας μιλήσουμε για τη δική σας kuzina ala grecque. Πότε ξεκίνησε και ποια είναι η φιλοσοφία πίσω από αυτό το project;

Η kuzina ala grecque είναι, στην ουσία, η μαγειρική των εποχιακών προϊόντων, με ελαιόλαδο, λεμόνι και αρωματικά. Περιγράφει, δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο μαγειρεύουμε στην ελληνική κουζίνα.

Με αυτή τη σκέψη, αποφάσισα να δημιουργήσω ένα κανάλι στο YouTube, αφιερωμένο ξεκάθαρα στην ελληνική γαστρονομία. Μετά από πολλές δεκαετίες στον χώρο, διαπιστώνω ότι σήμερα αρκετοί νέοι μάγειρες επιδιώκουν κυρίως τον εντυπωσιασμό, αναζητώντας συχνά υπερβολικές ή επιτηδευμένες ιδέες. Την ίδια στιγμή, στα social media επικρατεί ένας γενικευμένος «θόρυβος», όπου όλοι μαγειρεύουν και όλοι εκφράζουν άποψη.

Ωστόσο, αυτή η πολυφωνία δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Αντίθετα, μέσα από αυτή τη διαδικασία προκύπτει, τελικά, το απαραίτητο ξεκαθάρισμα.

 

Ποιος είναι ο χαρακτήρας της kuzina ala grecque;

 

Είναι η ελληνική κουζίνα στην αυθεντική και παραδοσιακή της βάση, όπως όμως τη βιώνω και τη μεταφράζω εγώ μέσα από τη δική μου διαδρομή. Μέσα από τα προσωπικά μου βιώματα, αλλά και τις τεχνικές και τα μαγειρέματα που διαμορφώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στις επαγγελματικές κουζίνες.

Το πιο ουσιαστικό στοιχείο της είναι ότι συνομιλεί με τις ανάγκες του σήμερα. Δεν μπορούμε να μαγειρεύουμε όπως πριν από 30 ή 40 χρόνια. Κρατάμε τη γεύση και τα προϊόντα της ελληνικής κουζίνας, αλλά τα προσεγγίζουμε με έναν διαφορετικό, πιο σύγχρονο τρόπο.

Σήμερα, το φαγητό είναι πρωτίστως απόλαυση· δεν αφορά απλώς την κάλυψη μιας βασικής ανάγκης. Γι’ αυτό και η παραδοσιακή κουζίνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι στατικό ή «μουσειακό», που μένει ανέγγιχτο. Όσοι διαθέτουν γνώση και τεχνική οφείλουν να την εξελίσσουν, να πειραματίζονται και να την επαναπροσδιορίζουν. Πάντα με σεβασμό στην αρχική ιδέα, στη γεύση και στη μεθοδολογία της.

 

 

 

Άρα αυτές είναι δικές σας συνταγές, όπως τις συγκεντρώσατε τα τελευταία χρόνια;

Πρόκειται για πιάτα όπως ακριβώς τα μαγειρεύω εγώ, ύστερα από 40 χρόνια σε αυτόν τον χώρο. Είναι μια καθαρά προσωπική πρόταση, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και εκφράζω τη μαγειρική. Άλλωστε, η μαγειρική δεν είναι απλώς συνταγές. Αν δέκα μάγειρες χρησιμοποιήσουν τα ίδια υλικά για να δημιουργήσουν το ίδιο πιάτο, το αποτέλεσμα θα είναι δέκα διαφορετικές εκδοχές. Γι’ αυτό επιλέγω να δείχνω στον κόσμο αυτό που κάνω, όπως το νιώθω και όπως το εξελίσσω μέσα από τη δική μου εμπειρία.

Για μένα, η μαγειρική είναι μνήμη και συναίσθημα. Είναι γνώση που χτίστηκε με τα χρόνια, αλλά και προσωπικά βιώματα. Μεγάλωσα σε ένα αγροτόσπιτο στον Τύρναβο, όπου οι γυναίκες μαγείρευαν με τον παραδοσιακό τρόπο, μια κουζίνα που με διαμόρφωσε βαθιά. Πάνω σε αυτήν πάτησα και, μέσα από όσα έμαθα στην πορεία, κατέληξα σε μια δική μου πρόταση για την ελληνική κουζίνα: μια πρόταση αυθεντική, που εξακολουθεί να αναζητά τον πλήρη της ορισμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που προχώρησα σε αυτή την προσπάθεια. Αν υπήρχε ήδη κάτι ολοκληρωμένο, ίσως να μην το έκανα. Όμως, πλησιάζοντας προς το τέλος της επαγγελματικής μου διαδρομής, νιώθω την ανάγκη να αφήσω πίσω μου όσα έχω αποκομίσει, ως μια παρακαταθήκη για τους επόμενους. Είμαι βέβαιος ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που θα εξελίξουν ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία και θα την πάνε πιο μπροστά.

Μέχρι σήμερα, δεν καταφέραμε να αναδείξουμε τη χώρα μας όσο θα μπορούσαμε ως γαστρονομικό προορισμό – ίσως γιατί κινηθήκαμε χωρίς σαφή ταυτότητα, επηρεασμένοι από ξένες κουζίνες και λιγότερο προσηλωμένοι στη δική μας.

Όταν αναμειγνύεις τα πάντα, δύσκολα προκύπτει κάτι πραγματικά αυθεντικό. Και σήμερα, το ζητούμενο είναι ακριβώς αυτό: η αυθεντικότητα. Όταν ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε και ακολουθήσουμε έναν καθαρό δρόμο, τότε θα μπορέσουμε να οδηγηθούμε στη μοναδικότητα και, κατ’ επέκταση, να αναδείξουμε τη χώρα μας σε έναν ισχυρό γαστρονομικό προορισμό.

Μιλάμε, άλλωστε, για μια χώρα με τέσσερις εποχές, με μοναδικό φυσικό πλούτο και με τουρισμό που εκτείνεται όλο τον χρόνο. Οι επισκέπτες έρχονται για τον ήλιο, τη θάλασσα, την ατμόσφαιρα, τον τρόπο ζωής, αλλά και για τον γαστρονομικό μας πολιτισμό. Είναι κρίμα να μην τους προσφέρουμε αυτό, που πραγματικά μπορούμε.

Βέβαια, η μαγειρική δεν απευθύνεται μόνο στους επισκέπτες. Απευθύνεται πρώτα απ’ όλα σε εμάς τους ίδιους. Οι Έλληνες έχουν ανάγκη από καλό, σωστά μαγειρεμένο φαγητό. Και ειδικά σε μια πόλη με τόσο βαθιά γαστρονομική παράδοση, το γεγονός ότι ένα εστιατόριο – μέσα σε ένα ξενοδοχείο – καταφέρνει να προσελκύει σταθερά κόσμο από την πόλη και τις γύρω περιοχές, λέει πολλά. Χωρίς υπερβολή, η κίνηση ενός Σαββατοκύριακου εδώ ισοδυναμεί με τη δουλειά ενός ολόκληρου μήνα για πολλά άλλα εστιατόρια της πόλης.

 

Και πώς ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα;

Από την αφετηρία. Όπως πρέπει να ξεκινάμε κάτι για να καταθέσουμε την πρόταση μας Οπότε και εμείς κάναμε γνωστή τη δική μας πρόταση και συνεχίσαμε να δουλεύουμε σκληρά καθημερινά και προσπαθούμε να την εξελίξουμε. Κατόπιν, όλο αυτό βρίσκει κάποια στιγμή την ανταπόκριση και τον δρόμο του. Αλλά θέλει σεβασμό στον πελάτη, στον επισκέπτη. Δηλαδή, θέλει αλήθεια. Θέλει ψυχούλα, γεύση και φροντίδα.

 

Αυτές τις συνταγές πού τις βρίσκουμε;

Ξεκίνησε με το κανάλι μου στο YouTube, το οποίο λειτουργεί συμπληρωματικά με το site (https://chefevaggelou.gr/el/). Αυτή την περίοδο, ετοιμάζω ένα νέο site που θα αντικαταστήσει το παλιό – πιο σύγχρονο και πιο ευέλικτο, σχεδιασμένο έτσι ώστε ο επισκέπτης να νιώθει ότι ξεφυλλίζει ένα ζωντανό μαγειρικό βιβλίο: με συνταγές από το παρελθόν, αλλά και με τις εξελίξεις της κουζίνας. Ο σκοπός του, ωστόσο, δεν είναι οικονομικός.

Το YouTube λειτουργεί σαν ένα σύγχρονο τηλεοπτικό κανάλι, που απευθύνεται σε όλους, από πιο έμπειρους μέχρι και νεότερους. Το site έρχεται να το συμπληρώσει, δίνοντας τη δυνατότητα σε όποιον θέλει να βρίσκει εύκολα τις συνταγές και να επιστρέφει σε αυτές.

Η προσπάθεια αυτή μετρά ήδη δύο χρόνια ζωής. Ξεκίνησε την Καθαρά Δευτέρα, πριν από δύο χρόνια. Σήμερα, έχει εξελιχθεί σε ένα δυναμικό κανάλι, με βασικό πλεονέκτημα την αυθεντικότητα: τα πιάτα που προτείνουμε έχουν πρώτα μαγειρευτεί στην πράξη. Δεν δημιουργήθηκαν απλώς για μια φωτογραφία ή για λίγα «likes», αλλά για να έχουν πραγματική αξία και ουσία. Είναι πιάτα τα οποία τα πιο πολλά έχουν φύγει από την κουζίνα μας. Έχουν πουληθεί. Έχουμε εισπράξει χρήματα από αυτά.

Ακολουθούμε πιστά την εποχικότητα. Τώρα, για παράδειγμα, έχουμε το μπακαλιάρο. Από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και τη Μεγάλη Παρασκευή, όλες οι συνταγές που ανεβαίνουν, είναι σαρακοστιανές. Μπες να δεις πόσο πλούσια είναι η ελληνική κουζίνα σε αυτή την περίοδο: έχουμε σίγουρα 60–70 δουλεμένες συνταγές με εποχικά υλικά, μαγειρεμένες χωρίς κρέας και ζωικά προϊόντα.

Η ελληνική κουζίνα είναι τόσο πλήρης, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει πουθενά καταγεγραμμένη ολοκληρωμένα. Και αυτό είναι το μεγάλο λάθος. Από εδώ πρέπει να ξεκινήσει η ανάταση της ελληνικής γαστρονομίας. Δεν είναι θέμα μόνο των μαγείρων να συστηθεί η κουζίνα μας. Χρειάζεται κρατική μέριμνα, ένας φορέας που θα αναλάβει τη συγκέντρωση, την προβολή και την προώθηση της ελληνικής κουζίνας. Εμείς οι μάγειρες πρέπει να συνδράμουμε, να συμμετάσχουμε και να υποστηρίξουμε το εγχείρημα, ώστε να γίνει πραγματικότητα.

Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι οργανωμένοι και προσηλωμένοι στον τόπο τους. Υποστηρίζουν και αγαπούν τα υλικά τους, την κουλτούρα τους, την πατρίδα τους. Εμείς, δυστυχώς, δεν έχουμε κάτι ανάλογο. Συχνά λειτουργούμε ως αντιγραφείς: πηγαίνουμε στην Ιταλία, στην Ισπανία ή σε σκανδιναβικές χώρες, δοκιμάζουμε δέκα εστιατόρια, αντιγράφουμε πέντε πράγματα και τα εντάσσουμε στα μενού μας, χωρίς να χτίζουμε κάτι αυθεντικά δικό μας.

 

Πώς φαντάζεστε ότι μπορεί να «κρατηθεί» και να αξιοποιηθεί όλο αυτό το υλικό; Θα μπορούσαν αυτές οι συνταγές να αποτελέσουν τη βάση για ένα βιβλίο;

Όπως τόνισα και νωρίτερα, αν ήταν θέμα μόνο των μαγείρων, η ελληνική κουζίνα θα είχε ήδη πάρει τη θέση, που της αξίζει. Δεν περιμένω ότι θα σώσω την Ελλάδα ή ότι κάνω κάτι τόσο σπουδαίο. Κάνω αυτό που αγαπώ: μια δουλειά μέσα από την οποία θέλω να εκφραστώ και να αφήσω κάτι πίσω. Κάτι που να δώσει συνέχεια στους νεότερους, αλλά και να θυμίσει στους παλιούς. Να γνωρίσουν όλοι πράγματα από την αυθεντική ελληνική κουζίνα. Και από εκεί και πέρα, ας προχωρήσει.

Αυτός είναι ο στόχος μου. Να μπορεί κάποιος, όταν αναζητά μια ελληνική συνταγή που έχει νόημα και στέκεται σωστά στο τραπέζι, να βρίσκει ένα σημείο αναφοράς. Να βλέπει κάτι αυθεντικό.

Αυτό που γίνεται με τους «τηλεμάγειρες» και τα σχετικά, είναι κάτι διαφορετικό. Δεν έχω να κατηγορήσω κανέναν. Πολύ καλά κάνουν τη δουλειά τους και είναι επιτυχημένοι. Απλώς θεωρώ ότι αυτό που είχαν να πουν, το έχουν ήδη πει. Είναι κάτι εφήμερο, περαστικό. Δεν με αφορά. Δεν θέλω να μπω σε αυτό το πλαίσιο. Θέλω να δείχνω την ελληνική κουζίνα, όπως την αισθάνομαι εγώ.

Όταν ξεκίνησα, τη δεκαετία του ’80, η Ελλάδα και η ελληνική κουζίνα ήταν σε τελείως διαφορετικό επίπεδο.

Για να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα, έχω δουλέψει πάρα πολύ. Έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, έχω περάσει από απαιτητικά περιβάλλοντα. Απέκτησα εμπειρία και γνώση αλλά ο χαρακτήρας μου είναι τέτοιος, που δεν πήρα υπεραξία από αυτό το πράγμα. Νιώθω γεμάτος από όλα αυτά που πήρα. Ίσως κάποιος άλλος να είχε αποκομίσει περισσότερα.

Εμένα με ενδιαφέρει να υπάρχει η ελληνική κουζίνα – με τη δική μου ματιά. Για αυτό έγινε όλο αυτό – για να μείνει για τους επόμενους, όχι για να το καρπωθώ εγώ. Εγώ έχω τη δουλειά μου, την καθημερινότητά μου. Η ζωή μού τα έχει φέρει καλά.

 

Τα βραβεία, που έχετε συγκεντρώσει, δεν αποτελούν ένα είδος αναγνώρισης;

Τα βραβεία είναι κάτι που υπήρχε πάντα – σε όλα τα ξενοδοχεία όπου δούλεψα, σε όλη μου την πορεία. Δεν το βλέπω, έτσι όπως λέτε. Χρειάζονται για το εστιατόριο, για τη δουλειά, για τους ανθρώπους, που δουλεύουν μαζί σου.

Για μένα, όμως, η ουσία είναι αλλού. Είναι σε αυτό που κάνω τώρα: στο ότι, μετά από μένα, θα μπορεί κάποιος να μπει και να δει ένα λαχανόριζο, ένα αρνάκι ψητό, ένα κατσικάκι φρικασέ, ένα ψάρι με χόρτα, τις μπάμιες με κοτόπουλο, το γιουβέτσι, τη σπανακόπιτα, την κρεατόπιτα.

Να δει, δηλαδή, κομμάτια από τον γαστρονομικό πολιτισμό αυτής της χώρας. Αυτό έχει σημασία. Εκεί θέλω να φτάσω. Και κάπου εκεί θα σταματήσουμε. Στις 1000 συνταγές.

 

Και μετά;

Υπάρχει μια γενικότερη τάση παγκοσμίως να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε λίγο την καθημερινότητά μας. Γιατί η απόλαυση είναι η καθημερινότητα. Και το φαγητό είναι ένας κοινός παράγοντας. Το φαγητό είναι η μεγαλύτερη απόλαυση που έχουμε ως άνθρωποι. Και όλα γίνονται γύρω από ένα τραπέζι.

 

 

Η kuzina ala grecque και το fine dining μπορούν να συνυπάρξουν;

Το fine dining είναι κάτι διαφορετικό. Είναι πιο συγκεκριμένο, πιο στημένο. Φυσικά, περιλαμβάνει τη γεύση, την απόλαυση, το παιχνίδι, τις αισθήσεις – όλα αυτά υπάρχουν. Είναι ένα κομμάτι της γαστρονομίας. Εγώ θέλω να μαγειρεύω για τους πολλούς. Εκεί νιώθω ότι μπορώ να εκφραστώ πραγματικά. Εμείς, όμως, εδώ έχουμε ένα λαϊκό πανηγύρι κάθε μέρα.

Αν, βέβαια, στον χώρο, όπου δουλεύουμε, υπάρχει η δυνατότητα να δημιουργηθεί και ένας μικρότερος, πιο εξειδικευμένος χώρος με διαφορετική προσέγγιση, αυτό είναι κάτι άλλο. Έχω δουλέψει σε τέτοια μαγαζιά και υπάρχει η γνώση για το πώς μπορεί να στηθεί κάτι τέτοιο.

Στη δική μας περίπτωση, όμως – αφού μιλάμε για το Salonika – το εστιατόριο ενός ξενοδοχείου δεν είναι απαραίτητα ο χώρος για fine dining. Μπορεί, όμως, και πρέπει να προσφέρει μια εξαιρετικά καλή κουζίνα. Είτε είναι ελληνική είτε γαλλική είτε οτιδήποτε άλλο, οφείλει να είναι σε υψηλό επίπεδο, ώστε να αποτελεί ουσιαστική πρόταση για τον κόσμο.

Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη, τη Μητρόπολη της Γαστρονομίας, έχουμε την υποχρέωση να υπηρετούμε την ελληνική κουζίνα. Πιστεύω ότι έτσι αποκτούμε μεγαλύτερο εκτόπισμα, τόσο στην κοινωνία όσο και στο κοινό μας.

Πρόκειται για μια κουζίνα σύγχρονη, που χωρά τα πάντα. Το ζητούμενο είναι, να γνωρίζεις, πώς να συνδυάζεις τα υλικά και πώς να τα μαγειρεύεις και, κυρίως, να αποδέχεσαι ότι, αυτά είναι οι πρωταγωνιστές. Η δική σου δουλειά είναι να τα αναδεικνύεις και να τα αφήνεις να εκφραστούν.

 

Βγαίνετε να φάτε στην πόλη;

Βεβαίως και μου αρέσει πάρα πολύ. Πηγαίνω σε πολλά μαγαζιά.

 

Μπορεί να ενθουσιαστεί με το φαγητό κάποιος που έχει φάει και έχει μαγειρέψει τα πάντα;

Το καλό είναι πάντα καλό και πρέπει να το παραδεχόμαστε. Και να το φωνάζουμε κιόλας. Χαίρομαι, όταν πάω σε ένα μαγαζί και βλέπω ότι υπάρχει ποιότητα και τους βγάζω το καπέλο. Άλλωστε, ο χώρος της γαστρονομίας είναι τεράστιος. Μας χωράει όλους. Δεν έχω να ζηλέψω κάτι. Ούτε να αντιμετωπίσω κάποιον ανταγωνιστικά. Καθένας προσφέρει το δικό του και εκφράζεται μέσα από το δουλειά του.

 

Είναι έτοιμη η γαστρονομική σκηνή της Θεσσαλονίκης για τον οδηγό Michelin;

Ο οδηγός είναι σαφής και ακολουθεί μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Για να λειτουργήσει σωστά, χρειάζεται να μπεις στα μέτρα του και να ακολουθείς πιστά αυτή τη μεθοδολογία. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή τη στιγμή δεν διαθέτουμε κάτι αντίστοιχο για να παλέψουμε. Δεν χρειάζεται ένα εστιατόριο σαν το δικό μας. Χρειάζονται εστιατόρια με ξεκάθαρο, συγκεκριμένο concept.

 

Είναι υπερβολή να λέμε ότι η μαγειρική είναι Τέχνη;

Είναι τέχνη και υπάρχουν καλλιτέχνες.

 

Άρα χρειάζεται ταλέντο για να εξασκηθεί…

Σαφώς και υπάρχει ταλέντο. Όπως είπα και νωρίτερα, η μαγειρική δεν είναι απλώς συνταγή. Είναι έμπνευση – αλλά πρέπει να έχεις και γνώσεις για την πραγματοποιήσεις. Χρειάζεται γνώση για να τη χειριστείς σωστά και να τη μεταφέρεις σε ένα άλλο επίπεδο. Το να είσαι καλός μάγειρας και γνώστης είναι βασική προϋπόθεση. Χωρίς γνώση, δεν μπορείς να προχωρήσεις. Από εκεί και πέρα, μπορείς να διαμορφώσεις και τις δικές σου προτάσεις.

Η μαγειρική, όμως, είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά. Την ώρα που οι άλλοι διασκεδάζουν, εσύ δουλεύεις. Απαιτεί ορθοστασία, έχει ζέστη, καψίματα, άγχος, φωνές, πίεση. Αν δεν την αγαπάς πραγματικά, αν δεν το θέλεις βαθιά και δεν έχεις μέσα σου τη διάθεση να παλέψεις – να πεις «θα το κάνω και θα το πετύχω» – δεν θα τα καταφέρεις. Είναι τόσο απλό.

Για αυτό και πολλοί εγκαταλείπουν στην πορεία. Και από όσους μένουν, λίγοι είναι εκείνοι που θα καταφέρουν να πάρουν έναν πραγματικά πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα σε μια κουζίνα.

 

Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον εαυτό σας εκτός του Salonika;

Όταν ήρθα εδώ, πήρα μια μεγάλη απόφαση που ακούστηκε «κάπως» στον χώρο. Είχα περάσει οκτώ χρόνια στο κορυφαίο τουριστικό θέρετρο της χώρας, τη Μεγάλη Βρετανία, όπου είχα κάνει επίσης σημαντική δουλειά με την ελληνική κουζίνα.

Όταν αποφάσισα να έρθω εδώ (σσ. στο Salonika), το έκανα συνειδητά, με τη σκέψη ότι στα 50 περίπου ήθελα να ολοκληρώσω εδώ την πορεία μου. Φυσικά, σε αυτές τις δουλειές ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτος, δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει η επόμενη μέρα, αλλά αυτό ήταν το προσωπικό μου σκεπτικό. Πλησιάζουμε στο τέλος μιας διαδρομής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουμε. Θα συνεχίσουμε όσο έχουμε υγεία και δύναμη, με την ίδια αφοσίωση.

Είμαστε εδώ συνειδητά, γιατί θέλουμε να είμαστε εδώ. Θέλω να ζω στην πόλη, και για μένα δεν υπάρχει άλλη επιλογή· αυτή είναι η προτεραιότητά μου, και συνεχίζουμε εδώ. Το πώς θα τα φέρει ο Θεός, κανείς δεν μπορεί να το ξέρει.

 

Διαβάστε ακόμα: Ανδρέας Κλαυδιανός: Η UMA αλλάζει και μεταμορφώνεται

You may also like