Τρεις δεκαετίες γαστρονομίας, τρία μαγειρικά projects και μια ασταμάτητη δημιουργικότητα. Ο chef Ανδρέας Κλαυδιανός γνωρίζει τη γαστρονομία της Θεσσαλονίκης, όσο λίγοι και για αυτό είχαμε πολλά να πούμε μαζί του!
Από τα intimate δείπνα στο UMA chefs home experience, μέχρι τις μοντέρνες ελληνικές γεύσεις στο μεζεδοπωλείο Αλεπού και τη διδασκαλία στη Σχολή Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής La Chef Levi, συνδυάζει παράδοση, τεχνική και διεθνείς επιρροές, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει τη Θεσσαλονίκη ως γαστρονομικό προορισμό.
Ως σεφ ambassador της Θεσσαλονίκης, προβάλλει τη γαστρονομία της πόλης σε διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα υποστηρίζει τα ελληνικά προϊόντα και τις τοπικές γεύσεις. Ταυτόχρονα, μεταδίδει το πάθος και τη γνώση του στις επόμενες γενιές, διδάσκοντας στη Σχολή La Chef Levi, όπου επιμένει πως η ελληνική κουζίνα και η επαγγελματική δεξιότητα χτίζονται πάνω στη γνώση, την τεχνική και την αγάπη για τη μαγειρική.
Με λίγα λόγια, ο Ανδρέας Κλαυδιανός είναι ένας σεφ που συνδυάζει το ταλέντο, την εμπειρία και την εκπαιδευτική του δράση, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη εικόνα γαστρονομίας που ξεπερνά το πιάτο και αγγίζει την εμπειρία, την κουλτούρα και την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης.
Και μην ξεχνιόμαστε ο Ανδρέας Κλαυδιανός είναι ο Head Chef του Sip+Bite Magazine! Ανακαλύψτε όλες τις μοναδικές συνταγές του στο Sip+Bite Magazine.
Μετά από 30 χρόνια στον χώρο της γαστρονομίας, πόσο έχει αλλάξει η μαγειρική από τότε που ξεκινούσατε;
Η μαγειρική από τη δεκαετία του ’90, όταν ξεκινήσαμε εμείς, μέχρι σήμερα έχει αλλάξει πάρα πολύ. Στην ουσία μιλάμε για έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Οι βάσεις της μαγειρικής παραμένουν ίδιες, αλλά από εκεί και πέρα έχουν προστεθεί πολλές νέες τεχνικές.
Ταυτόχρονα έχουμε πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε προϊόντα από όλο τον κόσμο, αλλά και σε πληροφορία. Σήμερα μπορείς πολύ εύκολα να βρεις συνταγές, τεχνικές και ιδέες από οποιαδήποτε κουζίνα του πλανήτη. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που μαγειρεύουμε και εξελισσόμαστε.
Τι μαγειρεύατε στο ξεκίνημα σας και τι μαγειρεύετε σήμερα;
Τη δεκαετία του ’90 η Θεσσαλονίκη ήταν ήδη μια πόλη με πολύ καλό φαγητό. Υπήρχαν εξαιρετικές ταβέρνες και πολύ καλά μαγαζιά με ψάρι. Ωστόσο, τα εστιατόρια που προσέφεραν ένα πιο υψηλό επίπεδο γαστρονομίας ήταν λίγα. Συνήθως τα έβρισκες μέσα σε ξενοδοχεία ή σε λίγα ανεξάρτητα εστιατόρια.
Με τα χρόνια όμως αυτό άρχισε να αλλάζει. Σιγά σιγά δημιουργήθηκαν περισσότερα εστιατόρια που ανέβασαν το επίπεδο της μαγειρικής, τόσο στις τεχνικές όσο και στη δημιουργικότητα.
Και φτάνουμε στο σήμερα, όπου ακόμη και οι ταβέρνες, οι λεγόμενες γαστροταβέρνες, έχουν εξελιχθεί πολύ. Πολλά μαγαζιά που κάποτε δεν θα περίμενε κανείς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο, σήμερα παρουσιάζουν εξαιρετικά πιάτα και πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες.
Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;
Σε μια γαστροταβέρνα, για παράδειγμα, το περιβάλλον είναι συνήθως απλό. Δεν θυμίζει ένα πολυτελές εστιατόριο. Ο χώρος είναι λιτός, η ατμόσφαιρα χαλαρή, η μουσική ευχάριστη και το προσωπικό ντυμένο χωρίς επισημότητες. Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπορεί ξαφνικά να εμφανιστεί ένα εξαιρετικό πιάτο ή ένα πολύ καλό κρασί που δεν θα περίμενες να βρεις εκεί. Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι πίσω από αυτά τα μαγαζιά έχουν ψαχτεί, έχουν εξελιχθεί και δουλεύουν με πραγματικό μεράκι.
Πόσο έτοιμη είναι η Θεσσαλονίκη για τους inspectors του Michelin Guide;
Από τη στιγμή που οι ίδιοι ανακοίνωσαν ότι θα επισκεφθούν την πόλη, αυτό από μόνο του σημαίνει κάτι. Αν θεωρούν ότι αξίζει να την αξιολογήσουν, τότε προφανώς πιστεύουν πως είναι έτοιμη.

Παρατηρείτε αλλαγές στις προτιμήσεις του κόσμου τα τελευταία χρόνια; Τι ζητούν σήμερα οι καταναλωτές, που ίσως δεν ζητούσαν πριν από 10 ή 20 χρόνια;
Αυτή την περίοδο παρατηρούμε μια σαφή αύξηση στον κόσμο που βγαίνει για φαγητό. Τα εστιατόρια, οι ταβέρνες αλλά και τα street food μαγαζιά έχουν περισσότερη κίνηση, τόσο στην καθημερινότητα όσο και τα Σαββατοκύριακα. Ο κόσμος φαίνεται πλέον διατεθειμένος να ξοδέψει περισσότερα χρήματα για να βγει έξω και να απολαύσει ένα καλό γεύμα.
Παλιότερα λέγαμε «πάμε για ένα ποτό». Σήμερα όμως όλο και περισσότεροι προτιμούν να συνδυάζουν το ποτό με το φαγητό. Δηλαδή να βγουν για να φάνε και να πιουν μαζί, όχι μόνο για διασκέδαση σε ένα μπαρ. Οπότε όλα γυρίζουν προς το φαγητό.
Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα αν σκεφτούμε την περίπτωση των Λαδάδικα στη Θεσσαλονίκη. Παλαιότερα, αν πήγαινε κανείς εκεί, θα έβρισκε λίγα μαγαζιά με φαγητό, ενώ τα περισσότερα ήταν μπαρ και κλαμπ. Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει αισθητά: το μεγαλύτερο ποσοστό των καταστημάτων στην περιοχή έχει επίκεντρο το φαγητό.
Πιστεύετε ότι το κοινό στη Θεσσαλονίκη έχει γίνει πιο απαιτητικό γαστρονομικά ή εξακολουθεί να επιστρέφει κυρίως στις γνώριμες γεύσεις και τις γεύσεις της μαμάς;
Η Θεσσαλονίκη δεν προτιμά έξω τόσο πολύ το μαμαδίστικο φαγητό, γιατί μαγειρεύουμε περισσότερο στα σπίτια μας. Ακόμα υπάρχει μαγειρευτό φαγητό στο σπίτι.
Οπότε αυτή η ανάγκη της Αθήνας για μαμαδίστικο φαγητό σε πιο γκουρμέ εκδοχή, δεν έχει έρθει στη Θεσσαλονίκη. Σίγουρα όμως επανέρχονται οι ελληνικές γεύσεις, το ελληνικό στοιχείο στις κουζίνες μας. Φεύγουμε από αυτήν την ξενομανία η οποία μας διακατείχε για πάρα πολλά χρόνια. Βέβαια, κρατάμε πολλές τεχνικές από το εξωτερικό, που μας έχουν έρθει σαν εμπειρία και τις χρησιμοποιούμε στην ελληνική κουζίνα και στις ελληνικές πρώτες ύλες, τις οποίες απλόχερα μας προσφέρει η χώρα μας.
Υπάρχει κάποιο πιάτο ή τάση που βλέπετε να κερδίζει συνεχώς έδαφος στις προτιμήσεις του κόσμου;
Οι σεφ έχουμε ένα inside joke: είναι για τα πιάτα τα οποία εμφανίζονται και μέσα σε ένα μήνα, τα βάζουν όλοι στο μενού και μετά ξαφνικά ξαναχάνονται.
Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, τον τελευταίο μήνα το trend πιάτο ήταν οι λαχανοντολμάδες. Το βρίσκαμε σε 100 διαφορετικές εκδοχές. Ξαφνικά όπου και να πηγαίναμε, βλέπαμε ότι υπήρχε στο μενού και ένα πιάτο με λαχανοντολμάδες. Ο κάθε σεφ το έφτιαχνε φυσικά με τη δική του φαντασία.
Η τάση για τον επόμενο μήνα ίσως είναι ο μπακαλιάρος, που θα είναι στην εποχή του. Επίσης, βλέπουμε ότι το αρνί, το κατσικάκι και το πρόβατο έχουν επιστρέψει δυναμικά στα μενού. Γιατί ο κόσμος κουράστηκε με τις ίδιες πρωτεΐνες, μοσχάρι, κοτόπουλο και χοιρινό.
Η μαγειρική σας εμπειρία δεν περιορίζεται μόνο στα εστιατόρια αλλά επεκτείνεται και στη διδασκαλία. Πώς διαμορφώνει η επαφή με τους μαθητές τη δημιουργικότητά σας;
Τα άτομα που έρχονται να ασχοληθούν με την κουζίνα μπορεί να είναι από 18 ετών, αλλά μπορεί και κάποιος στα 30 ή 35 του να αποφασίσει να μπει σε αυτόν τον χώρο, είτε σε τεχνικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Οι βασικές αρχές όμως παραμένουν ίδιες για όλους. Για παράδειγμα, αυτό που εγώ έμαθα πριν από 30 χρόνια για το πώς φτιάχνεται ένας μοσχαρίσιος ζωμός, είναι ακριβώς το ίδιο που διδάσκω και σήμερα. Οι βάσεις της μαγειρικής δεν αλλάζουν.
Από εκεί και πέρα, σήμερα υπάρχει σαφώς περισσότερη πληροφορία και περισσότερα μέσα στη διάθεσή μας. Χάρη στην τεχνολογία, έχουμε τη δυνατότητα να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στους μαθητές και να τους δείξουμε, πέρα από τις βασικές τεχνικές που πρέπει να μάθουν, και επιπλέον στοιχεία που μπορούν να εμπλουτίσουν τις γνώσεις και την αντίληψή τους γύρω από τη μαγειρική.
Με την UMA εισάγαγατε πρώτοι στη Θεσσαλονίκη την ιδέα του private cheffing και μάλιστα στο δικό σας σπίτι. Τι σας ενέπνευσε να ξεκινήσετε αυτήν την δραστηριότητα και τι σας δίδαξε αυτή η εμπειρία;
Το 2017, όταν ξεκινήσαμε την UMA, δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο στη Θεσσαλονίκη. Ουσιαστικά, εγώ και η σύζυγός μου, δύο άνθρωποι της εστίασης, ανοίξαμε το σπίτι μας και αρχίσαμε να φιλοξενούμε μία παρέα τη φορά. Αυτή ήταν και η βασική καινοτομία της UMA: ένα δείπνο σε ένα πραγματικό σπίτι, με προσωπική επαφή και μια πιο οικεία εμπειρία.
Η ιδέα γεννήθηκε από ένα ταξίδι στην Κούβα. Εκεί υπάρχει μια πολύ ωραία παράδοση όπου οι άνθρωποι ανοίγουν τα σπίτια τους στους επισκέπτες. Οι νοικοκυρές μαγειρεύουν, τρώνε όλοι μαζί, συχνά υπάρχει μουσική, κιθάρα… Είναι μια ολόκληρη εμπειρία φιλοξενίας. Ουσιαστικά περνάς μια βραδιά σαν να είσαι καλεσμένος σε μια οικογένεια. Αυτό το στοιχείο θέλαμε να μεταφέρουμε κι εμείς.
Στην αρχή δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε χρόνος για να καταλάβει ο κόσμος τι ακριβώς είναι αυτό που κάνουμε, αλλά και για εμάς να βρούμε τον καλύτερο τρόπο λειτουργίας. Σιγά σιγά όμως ο κόσμος το αγάπησε. Υπάρχει μεγάλη επαναληψιμότητα στους επισκέπτες μας και, εννέα χρόνια μετά, το project συνεχίζει να λειτουργεί πολύ καλά. Βέβαια, είναι μια εμπειρία που δεν απευθύνεται σε όλους. Αφορά ένα πιο συγκεκριμένο κοινό, ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν κάτι διαφορετικό από ένα κλασικό εστιατόριο.

Οι ιδιοκτήτες της Uma Σίσσυ Καρακολίδου και Ανδρέας Κλαυδιανός
Και πώς προχωράει αυτό το project;
Θα σου δώσω μία είδηση σε αυτό το σημείο… η UMA μεταμορφώνεται, αλλάζει τοποθεσία και μορφή.
Μετακομίζουμε σε έναν νέο χώρο που θα μπορεί να φιλοξενεί και εκδηλώσεις, αλλά και διαφορετικού τύπου γεύματα. Παρ’ όλα αυτά, θέλουμε να διατηρήσουμε το βασικό στοιχείο της εμπειρίας, δηλαδή την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα σπίτι.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο “μυστικό” της καλής φιλοξενίας στο σπίτι;
Η αγάπη σε αυτό που κάνουμε! Έτσι σκεφτόμασταν, και πριν φτιάξουμε την UMA, είχαμε ανοιχτό το σπίτι μας σε πάρα πολύ κόσμο. Σε γιορτές, αργίες, καθημερινά, γενέθλια, όλα. Σχεδόν πάντα είχαμε κάποιον καλεσμένο στο σπίτι. Μας αρέσει η φιλοξενία. Περνάμε καλά. Οπότε, αποφασίσαμε αυτό να καλούμε στο σπίτι και κόσμο. που δεν γνωρίζουμε. Μάλιστα, πολλές βραδιές στη διάρκεια των χρόνων καθόμασταν όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι και πίναμε πολλές φορές το τέλος της βραδιάς.
Αν μπορούσατε να μαγειρέψετε ένα δείπνο για οποιονδήποτε άνθρωπο στον κόσμο, ζωντανό ή ιστορικό πρόσωπο, ποιον θα διαλέγατε;
Με βάση και την ιδιότητά μου, ένα από τα άτομα, που θα ήθελα να καθίσω στο ίδιο τραπέζι μαζί του, να του δώσω κάτι να φάει και να συζητήσουμε θα ήτανε ο Alain Ducasse. Μου βγάζει αυτή την ηρεμία στο πρόσωπό του, που άλλοι διακεκριμένοι σεφ δεν την έχουν. Και αυτή η άποψη δεν έχει να κάνει καθόλου με τη μαγειρική, έχει να κάνει καθαρά με αυτό που αποκομίζω από τη φυσιογνωμία του. Μία ακόμη επιλογή θα ήταν ο Francis Mallmann.
Οι κορυφαίες επαγγελματικές κουζίνες βρίσκονται στο επίκεντρο για τους λάθος λόγους. Παρακολουθήσατε την υπόθεση με την απομάκρυνση του σεφ από το τριάστερο εστιατόριο NOMA;
Αυτά που ακούστηκαν, δεν γίνονται μόνο στο NOMA. Έχω άπειρα τέτοια παραδείγματα και από Έλληνες σεφ.
Έχετε βιώσει κάποιας μορφής κακοποίησης σε επαγγελματική κουζίνα;
Το έχω ζήσει μέχρι ένα σημείο, αλλά σε πολύ παλαιότερες εποχές και σε πολύ πιο σκληρές συνθήκες μέσα στις κουζίνες.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια περίοδο που δούλευα με έναν σεφ ο οποίος ουσιαστικά ήθελε να με διώξει και έψαχνε τρόπο να το πετύχει. Ξεκίνησε με ψυχολογική πίεση. Υπήρχε ένας συνεχής ψυχολογικός πόλεμος μέσα στην κουζίνα. Μου ανέθετε όλες τις αγγαρείες και πολλές φορές έμενα πολύ περισσότερες ώρες για να μπορέσω να τα βγάλω πέρα. Κάποια στιγμή, επειδή δεν αντιδρούσα όπως ίσως περίμενε, μου πέταξε ένα ταψί με γεμιστά στο κεφάλι. Με κοίταξε και μου είπε: «Νευρίασες τώρα;». Του απάντησα απλώς «όχι». Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν μου μίλησε καθόλου για περίπου έναν μήνα.
Λίγο αργότερα όμως του συνέβη κάτι πολύ δύσκολο στην προσωπική του ζωή. Τότε όλη η ομάδα σταθήκαμε δίπλα του και τον βοηθήσαμε, κι εγώ ήμουν από τους πρώτους που το έκαναν. Όταν έφτασε η στιγμή να φύγω από εκείνη την κουζίνα, με αγκάλιασε, μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε ότι την επόμενη χρονιά θα ήμουν ξανά ευπρόσδεκτος να δουλέψω μαζί του.
Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Τουλάχιστον εγώ δεν πιστεύω σε αυτό το κλίμα μέσα στην κουζίνα. Στη δική μου ομάδα προσπαθώ πρώτα να ακούω τους ανθρώπους και να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Να μπω, όπως λέμε, στα παπούτσια τους. Και από τη στιγμή που θα καταλάβω, τότε μπορώ να αντιδράσω με τον σωστό τρόπο, ώστε να βοηθήσω τον καθένα να δώσει τον καλύτερό του εαυτό.
Τελικά το αποτέλεσμα που βγαίνει από μια κουζίνα επαγγελματική είναι θέμα τεχνικής ή ταλέντου. Και αν υπάρχει ταλέντο στη μαγειρική, πώς ορίζεται;
Υπάρχει ταλέντο στην μαγειρική αλλά χωρίς εκπαίδευση και τριβή με το αντικείμενο δεν γίνεται τίποτα. Οι επαγγελματικές κουζίνες, πρώτα είναι πειθαρχία, μετά συνέπεια και μετά έρχεται η δημιουργία. Αν δεν έχεις πειθαρχία και συνέπεια δεν θα προχωρήσεις και στη δημιουργία. Αν δεν έχεις αυτά τα δύο, τότε δημιουργείται ένα αδιέξοδο. Δεν θα φτάσεις ποτέ να κερδίσεις τον πελάτη.

lachef.gr
Θεωρείτε ότι υπάρχει μαγειρικό ταβάνι για εσάς;
Το μαγειρικό ταβάνι έχει να κάνει με τους στόχους του καθενός. Αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη, υπάρχει μια ωραία δημιουργικότητα και η μαγειρική έχει φτάσει σε ένα πολύ καλό επίπεδο. Δεν υπάρχει όμως η ίδια και αντίστοιχη ταχύτητα στο πελατολόγιο για να μπορεί να το ακολουθήσει και να στηρίξει περισσότερο αυτήν την εξέλιξη. Με αποτέλεσμα ότι όταν εγώ θα φτάσω στην ηλικία, που δεν θα μπορώ να συνεχίσω άλλο, δεν θα μπορεί ο κόσμος να με ακολουθεί οπότε ξέρω ποιο είναι το μαγειρικό μου ταβάνι.
Επίσης, δεν θα αντέχουν και τα πόδια μου σε λίγα χρόνια, μετά από 30 χρόνια όρθιος 13-14 ώρες την ημέρα μαγειρεύοντας και παράλληλα τρέχοντας σε εστιατόρια. Ήδη, έχω αρχίσει να κουράζομαι πολύ πιο γρήγορα από ό,τι παλαιότερα.
Γι’ αυτό και μπήκα στο κομμάτι του επιχειρείν και δεν συνέχισα απλώς ως σεφ σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο ή σε ένα εστιατόριο. Πρέπει να δώσουμε τόπο στη νέα γενιά και χώρο ώστε να δημιουργήσουν, να αναλάβουν και να προχωρήσουν και αυτοί και εμείς να βρισκόμαστε πίσω τους και να τους στηρίζουμε. Για τα παιδιά 25-30 χρονών, η δουλειά μας είναι να τους πάμε ένα βήμα πιο γρήγορα εκεί, που φτάσαμε εμείς, όταν ήμασταν 40.
Εσείς βλέπετε ότι η επίδραση των εκπομπών μαγειρικής, όπως το MasterChef, στους νέους να ακολουθήσουν μαγειρική καριέρα έχει μειωθεί;
Σε κάποια φάση υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις σχολές μαγειρικής, αλλά τώρα αυτό έχει αλλάξει. Κάποια στιγμή ήταν η μαγειρική στην τηλεόραση πάρα πολύ έντονη και επηρέασε πάρα πολύ κόσμο. Σε πολλά σημεία ανά την Ελλάδα που δεν είχαν ακόμα εξελιχθεί μαγειρικά, έβγαλε τους μάγειρες από τις κουζίνες και τους έβγαλε στο προσκήνιο. Με λίγα λόγια, αυτές οι εκπομπές ίσως ήταν ο καταλύτης του να γίνει ο ‘Έλληνας μάγειρας, ο rockstar της εποχής του.
Τι σας αρέσει να τρώτε στο σπίτι; Υπάρχει κάποιο φαγητό που λατρεύετε να σας μαγειρεύουν άλλοι και όχι εσείς;
Αν με ρωτήσεις ποιο φαγητό θα ήθελα να μου φτιάξει η γυναίκα μου, θα σου πω χωρίς δεύτερη σκέψη: μουσακά. Είναι από τα αγαπημένα μου πιάτα.
Γενικά είμαι πολύ απλός στο φαγητό. Στη δουλειά μαγειρεύω μεγάλες ποσότητες και συχνά πολύ σύνθετα πιάτα, με ιδιαίτερες τεχνικές και γεύσεις. Όταν λοιπόν έρθει η στιγμή να φάω, νιώθω την ανάγκη για κάτι πραγματικά απλό. Δεν είναι μύθος αυτό που λένε για τους μάγειρες: μπορεί να έχουν ετοιμάσει το πιο εντυπωσιακό πιάτο για τους άλλους και οι ίδιοι στο τέλος να κάθονται σε μια γωνιά τρώγοντας ένα τοστ.
Όταν όμως θα βγω έξω για φαγητό, τότε αλλάζουν όλα. Εκεί θέλω να δοκιμάσω τα πάντα, να ανακαλύψω νέες γεύσεις.
Ο σεφ μπορεί να είναι αδύνατος ή αυτό σημαίνει ότι δεν απολαμβάνει το φαγητό;
Αυτά τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Σήμερα ο σεφ είναι και μια δημόσια εικόνα. Πρέπει να φροντίζει τον εαυτό του, να γυμνάζεται, να είναι καλοντυμένος και καθαρός.
Με έναν τρόπο, ο σεφ γίνεται πρότυπο. Η εμφάνιση, η φυσική κατάσταση και ο τρόπος ζωής του δείχνουν ότι ακολουθεί και ο ίδιος μια ισορροπημένη σχέση με το φαγητό. Πλέον δεν αρκεί μόνο η μαγειρική. Πρέπει να υπάρχει συνολικά μια εικόνα που να δείχνει ότι ο άνθρωπος αυτός έχει όλο το «πακέτο».
Η μαγειρική του Ανδρέα Κλαυδιανού με τον Ευθύμη Κάλφα για το Sip+Bite Magazine: Ευθύμης Κάλφας: “Food is an act of love!”








