Μαζωνάκης

«μαΖΩ Ακόμα»: Το αποτύπωμα του Γιώργου Μαζωνάκη στη μουσική και την ποπ κουλτούρα

by Mina Afentouli
Ήρθε ίσως πρόωρα η ώρα «να χαμηλώσουνε τα φώτα στη σκηνή και μια ορχήστρα να σου παίξει το φινάλε». Ο Γιώργος Μαζωνάκης «πέταξε» χθες για τον ουρανό, αφήνοντας πίσω του τραγούδια που για πολλούς από εμάς έγιναν κάτι περισσότερο από μουσική.

 

Προσπάθησα να σκεφτώ ποιο τραγούδι του αγαπώ περισσότερο, αλλά δεν κατάφερα να διαλέξω. Γιατί αρκετά από αυτά συνδέονται με στιγμές, ανθρώπους και συναισθήματα που επιστρέφουν κάθε φορά που τα ακούμε. Και ίσως εκεί να βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη δύναμη ενός ερμηνευτή: όταν η φωνή του γίνεται το soundtrack στις δύσκολες, αλλά και στις όμορφες στιγμές της ζωής μας.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε πει κάποτε: «Όταν τραγουδάω, αισθάνομαι ότι κάλεσα τον κόσμο σπίτι μου». Και ο ίδιος κατάφερε πράγματι να μας κάνει να νιώσουμε ότι, είχαμε όλοι μια θέση εκεί. Ακόμη, έχει δώσει μελωδία με την σκέψη: «Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω. Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή.  Γιατί δεν έκανα ό,τι θα ’πρεπε να κάνω. Γιατί σαν άνθρωπος δεν είχα τη πυγμή».

 

Και μας είχε όντως καλέσει όλους. Τους φίλους και τις φίλες του. Σε όλους εκείνους που βοηθούσε, χωρίς να το λέει σε κανέναν. Ίσως αυτή να ήταν τελικά και μία από τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες του Μαζώ: η ικανότητά του να γίνεται αποδεκτός από ανθρώπους, που δεν συναντιούνταν απαραίτητα πουθενά αλλού.

Είχε κερδίσει την αγάπη ακόμη και ανθρώπων που έμπαιναν περιστασιακά μόνο στον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και των μεγάλων πιστών. Ήταν οικουμενικός ίσως επειδή ήταν διαφορετικός. Ή αλλιώς όπως έλεγε: «Από παιδί… είμαι ένα σώμα που ‘χει ρίζα στον αέρα».

 

«Μαζωχτείτε»

Ο Μαζωνάκης μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αλάνι και ντίβα, λαμπερός pop star και παιδί της διπλανής πόρτας. Δεν προσπάθησε ποτέ να χωρέσει απόλυτα στα στερεότυπα του λαϊκού τραγουδιστή. Αντίθετα, τα δοκίμασε, τα αμφισβήτησε και πολλές φορές τα ανέτρεψε με την εμφάνιση, το ντύσιμο, την επικοινωνία, το performance και τον τρόπο που στεκόταν πάνω στη σκηνή.

Η αρρενωπότητα που εξέπεμπε δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη, ενώ η γκλαμουριά του δεν έμοιαζε να χρειάζεται απολογία. Αυτή η αντίφαση ήταν μέρος της γοητείας του. Το είχε πει άλλωστε με τρόπο, που μόνο εκείνος θα μπορούσε να το κάνει τόσο μεγάλη επιτυχία: «Γέννημα-θρέμμα δυτικής Αττικής, έχουμε περηφάνια εδώ εμείς, και λόγω τιμής. Μπουρνάζι, Αιγάλεω, Περιστέρι, ξέρω ζόρι τραβάς… Μέρη που εσύ κι οι φίλες σου τα θεωρείτε μπας κλας… Από την άλλη εγώ Εκάλη δεν πατάω ποτέ».

Γι’ αυτό και το crossover του δεν έγινε μόνο μέσα από τα τραγούδια του, όσο δημοφιλή κι αν υπήρξαν. Έγινε κυρίως μέσα από την προσωπικότητά του.

Για ανθρώπους που μπορεί να ένιωθαν ταυτόχρονα έλξη και απόσταση απέναντι στον κόσμο της μεγάλης πίστας, ο Μαζώ λειτούργησε σαν μια απρόσμενη πύλη εισόδου. Έκανε διαφορετικούς κόσμους να συναντηθούν στο ίδιο τραπέζι, στο ίδιο κέντρο, στο ίδιο τραγούδι. Και κάπως έτσι μπορούσε να τραγουδά για τη λαϊκή γειτονιά και, την ίδια στιγμή, να απευθύνεται σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από εκείνο που παραδοσιακά ακολουθούσε το είδος.

 

Η αφετηρία και η πορεία

 

Και ίσως αυτή η ικανότητα να επικοινωνεί με τόσο διαφορετικούς ανθρώπους να είχε τις ρίζες της εκεί, όπου όλα ξεκίνησαν. Για τον Μαζώ, η «παλιά γειτονιά» δεν ήταν μια αφηρημένη ανάμνηση. Ήταν η Νίκαια και η Κοκκινιά, οι δρόμοι όπου μεγάλωσε, οι άνθρωποι που γνώρισε και οι εικόνες που συνδέθηκαν με τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γεννήθηκε στη Νίκαια στις 4 Μαρτίου 1972 και μεγάλωσε εκεί, έχοντας από μικρός ως ακούσματα μεγάλες φωνές του λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Στράτος Διονυσίου, ο Γιάννης Πάριος και η Χάρις Αλεξίου.

 

Κάπου μέσα σε αυτή τη γειτονιά, ανάμεσα στην καθημερινότητα μιας λαϊκής συνοικίας του Πειραιά και στους ανθρώπους της, διαμορφώθηκε και ένα κομμάτι της ταυτότητάς του. Μια ταυτότητα, που αργότερα θα του επέτρεπε να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους χωρίς να εγκαταλείπει κανέναν από αυτούς. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που χρόνια αργότερα θα επέστρεφε σε αυτή τη γειτονιά μέσα από ένα τραγούδι.

«Θέλω να γυρίσω στα παλιά, εδώ και τώρα. Θέλω την παλιά μου γειτονιά για μία ώρα» ακούστηκε δυνατά και καθαρά στο Κατράκειο Θέατρο, όταν το 2013 ο Γιώργος Μαζωνάκης επέστρεψε μαζί με τον Νίκο Βουρλιώτη στη Νίκαια, για να γιορτάσει τα 20 χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας.

 

Μία διαδρομή, χίλιοι δρόμοι

Η αρχή έγινε το 1993 με το album «Μεσάνυχτα και κάτι» και το 1994 ακολούθησε το «Με τα μάτια να το λες». Το 1996 ήρθε το album «Μου λείπεις». Η πραγματική απογείωση, όμως, θα ερχόταν έναν χρόνο αργότερα, όταν πια μάθαμε όλοι το «Παιδί της νύχτας» και τραγουδήσαμε μαζί του το «Εδώ» και το «Ζηλεύω». Ήταν αυτός που ο δίσκος που αποτέλεσε το bio του Γιώργου Μαζωνάκη, το δεύτερο όνομά του ήταν πια το «Παιδί της νύχτας». Και του ταίριαζε.

 

Από τον έφηβο που πήγε στη Μαρινέλλα και της συστήθηκε ως συνάδελφος μέχρι έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιαίτερους τραγουδιστές της χώρας. Και από τη Νίκαια στην Πάτρα και από εκεί στις μεγάλες πίστες της Αθήνας. Από τη Μαίρη Λίντα στους Goin’ Through και από τον Σταμάτη Κραουνάκη στον Arash και τον APON.

Ακόμη, από τις πρώτες του εμφανίσεις και τα τραγούδια που τον έβαλαν στον χάρτη, μέχρι τις συνεργασίες που επιβεβαίωσαν ότι ο Μαζωνάκης δεν χωρούσε εύκολα σε μία μόνο κατηγορία. Από το «Μεσάνυχτα και κάτι» στο «Παιδί της νύχτας» και από το «Σάββατο» στις «Ώρες Μικρές». Από τον λαϊκό τραγουδιστή στο ποπ είδωλο και από το παιδί της γειτονιάς σε έναν performer που μπορούσε να αλλάζει πρόσωπα χωρίς να χάνει ποτέ την αναγνωρίσιμη ταυτότητά του.

«Εσύ και εγώ, δεν τελειώσαμε ακόμα. δρόμο έχουμε μπροστά μας αρκετό» τραγούδησε πολλά χρόνια μετά, αλλά κανείς δεν γνώριζε πόσο γρήγορα και απότομα θα διακοπεί αυτή η διαδρομή.

Μια διαδρομή γεμάτη μεταμορφώσεις, απρόσμενες συναντήσεις και μουσικά περάσματα από τον έναν κόσμο στον άλλο. Γιατί ίσως αυτό να ήταν τελικά το μεγαλύτερο χάρισμά του: ότι μπορούσε να αλλάζει, χωρίς να απομακρύνεται από τον εαυτό του. Να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα, να προκαλεί, να επανεφευρίσκει την εικόνα του και να παραμένει, σε κάθε νέα εκδοχή του.

 

Το στιγμιότυπο των «Δύο Ξένοι» και το «Ανήκω σε μένα»

Τα τραγούδια του Γιώργου Μαζωνάκη περιέχουν ένα μικρό storytelling, το οποίο ακούγοντας το τώρα βγάζει απολύτως νόημα: «στην αρένα νικητής βρήκα τρόπο, πριν μου πεις να ξεφύγω απ´την κραιπάλη. Παραδόξως δεν θα πω για ότι ζήσαμε μαζί χαλάλι».

Πάμε λίγο πίσω, στα τέλη του 1997. Οι «Δύο Ξένοι» έχουν ήδη γίνει μία από τις αγαπημένες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης. Στο 5ο επεισόδιο της σειράς, η Μαρίνα Κουντουράτου βρίσκεται σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που εξελίσσεται σε φιάσκο, αφήνοντάς την εκτεθειμένη και ταπεινωμένη.

Λίγο αργότερα, στο μπαρ της σειράς, ακούγεται το «Ανήκω σε μένα». Η Μαρίνα το χορεύει με πάθος, μετατρέποντας τους στίχους σε μια δήλωση ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας. Και κάπως έτσι, ο Μαζωνάκης περνά από τη μεγάλη πίστα στην τηλεοπτική μυθοπλασία και γίνεται μέρος της ποπ κουλτούρας μιας ολόκληρης εποχής.

Το “Ανήκω σε μένα”, που ακόμη τραγουδάει όλος ο κόσμος, κυκλοφόρησε πριν από 32 χρόνια. Στον ίδιο δίσκο και το “3 το πρωί”. Αυτό ίσως ήταν το μεγαλύτερο του επίτευγμά του – ότι κατάφερε να παραμείνει στην κορυφή για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.

Από τα ’90s στα ’00s, τα ’10s και τα ’20s, συνεργάστηκε με καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών, ανανέωσε διαρκώς τον ήχο και την εικόνα του και παρέμεινε αναγνωρίσιμος χωρίς να εγκλωβιστεί σε μία εποχή, ούτε σε έναν ήχο. «Άλλαξαν όλα ξαφνικά, δεν θέλω λόγια δανεικά. δεν θέλω εξηγήσεις. και φεύγω μόνος μου αλλού, στους διαδρόμους του μυαλού, ζητάω απαντήσεις».

Αυτά και πολλά άλλα ακόμη, που γράφονται και λέγονται για τον «Όσο ζω, μαζώ» και κάποιες αναφορές σε στίχους, που τους έδωσε ψυχή και νόημα με τη φωνή του.

Έλα να δεις στις ψυχές μας πως λείπεις, τα’χουμε όλα αδειάσει να’χεις χώρο να μείνεις…

 

Photos: FB / @gmazonakisofficial

 

Διαβάστε ακόμη: Creative Arts Emmy Awards 2026: Όλοι οι νικητές των δύο βραδιών

You may also like