Σήμερα ο κόσμος πάγωσε στην είδηση του θανάτου της Μάρω Κοντού. Δεν ήταν μόνο μία από τις πιο λαμπερές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου.
Ήταν το χαμόγελο μιας ολόκληρης εποχής, η κομψότητα που δεν χρειάστηκε ποτέ υπερβολές και η παρουσία που κατάφερε να παραμείνει διαχρονική, από την ασπρόμαυρη οθόνη μέχρι τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις της. Και ίσως γι’ αυτό ο αποχαιρετισμός της μοιάζει περισσότερο με έναν αποχαιρετισμό σε ένα κομμάτι της Ελλάδας που αγαπήσαμε.
Η ομορφιά και η λάμψη της την έκαναν να ξεχωρίζει ακόμη και όταν έπαιζε σε μικρότερους αλλά πάντα κεντρικούς ρόλους, όπως στο ρόλο της συζύγου του Νίκου Σταυρίδη στην εμβληματική κωμωδία του 1960 τα «Κίτρινα γάντια». Αυτή ήταν η πρώτη της συμμετοχή σε ταινία της Φίνος Φιλμ.

«Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα», (1965)
Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε στη Φίνος, πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης». Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της ηθοποιού ήταν μόλις είχε ξεκινήσει στο Εθνικό Θέατρο, στην ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα» (1954).
Κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας της συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες και περίπου 90 θεατρικά έργα. Ανάμεσα στις πιο γνωστές κινηματογραφικές της εμφανίσεις «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Η Σωφερίνα», «Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» (1965).
Στο πλευρό του Γιώργου Κωνσταντίνου δημιούργησε ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου.

«Καπετάν Φάντης Μπαστούνι», (1968)
Ξεχωριστή θέση στην καλλιτεχνική της διαδρομή κατείχε και η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δύο ηθοποιοί συμπρωταγωνίστησαν σε 13 ταινίες, όπως «Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που έγινε Αρνάκι», «Καπετάν Φάντης Μπαστούνι» και «Της ζήλειας τα καμώματα».
Η ζωή της έχει πολύ ενδιαφέρον κάτω και φυσικά πάνω στη σκηνή, στην οποία πρωτοανέβηκε το 1953, ως μέλος του χορού στον «Ιππόλυτο» στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.
Δεν ξεκίνησε ως ηθοποιός αλλά ως χορεύτρια

Η πρώτη μεγάλη της αγάπη ήταν ο χορός. Στα 14 της χρόνια γράφτηκε σε σχολή χορού επειδή είχε ψηλώσει απότομα και ένιωθε αμήχανα με το σώμα της. Η μητέρα της πίστευε ότι ο χορός θα της έδινε αυτοπεποίθηση και τελικά αυτό καθόρισε όλη τη ζωή της. Μάλιστα, κέρδισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, την οποία όμως δεν της επέτρεψε η οικογένειά της να αξιοποιήσει.
Βέβαια, αν είχε φύγει τότε για τη Γερμανία, ίσως η Ελλάδα να μην είχε γνωρίσει ποτέ τη Μάρω Κοντού του κινηματογράφου.
Η οικογένειά της ήταν αντίθετη με το θέατρο
Όταν ανακοίνωσε ότι θέλει να γίνει ηθοποιός, η αντίδραση ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Η ίδια έχει αποκαλύψει πως η γιαγιά της της γύρισε την πλάτη και τη χαρακτήρισε με άσχημες εκφράσεις, θεωρώντας ότι το θέατρο δεν ήταν αξιοπρεπές επάγγελμα για μια γυναίκα εκείνης της εποχής.
Έχει μιλήσει πολλές φορές για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια στο Κουκάκι. Η οικογένεια αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και από μικρή έμαθε την αξία της δουλειάς και της ανεξαρτησίας. Έλαβε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως «εξαιρετικό ταλέντο» από ειδική κρατική επιτροπή, κάτι που ήταν εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή.
Δεν απέκτησε παιδιά
Έχει δηλώσει ότι δεν το μετάνιωσε ποτέ. Θεωρεί ότι η ζωή της ήταν γεμάτη μέσα από τη δουλειά, τους ανθρώπους και τις εμπειρίες της, χωρίς να αισθάνεται ότι της έλειψε η μητρότητα.
Η ηλικία είναι κυρίως θέμα διάθεσης

Από την συμμετοχή της στην τηλεοπτική σειρά του MEGA “Η γη της ελιάς”
Σε πρόσφατες συνεντεύξεις της έλεγε πως, παρά τα πάνω από 90 χρόνια της, αισθανόταν «48 με 53 ετών» ως προς την ενέργεια και τη διάθεσή της. Το μυστικό της, όπως έλεγε, ήταν να παραμένει δραστήρια και περίεργη για τη ζωή.
Οι τηλεοπτικές της συμμετοχές ήταν περιορισμένες («Ένοχοι», «Τρεις στο γύρο», «Το πάθος» κ.ά.). Το 2021 βρέθηκε ξανά στις τηλεοπτικές οθόνες με έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά «Γη της Ελιάς», τον οποίο ενσάρκωνε μέχρι το τέλος αφού, όταν βγήκε πρόσφατα από το νοσοκομείο, βρέθηκε στα τηλεοπτικά πλατό, για σκηνές από το φινάλε της σειράς.
Η καθοριστική συνάντηση της με τον Χορν
Κομβική για την εξέλιξή της ως ηθοποιός ήταν η συνάντησή της με τον Δημήτρη Χόρν. Ήταν το 1959, όταν επιλέχθηκε για να παίξει μαζί του στην παράσταση «Ρομανσέρο» στο θέατρο «Κεντρικόν». Η ίδια είχε μιλήσει για το δέος που ένιωθε για εκείνον και πόσο εκείνος συνέβαλε στη διαμόρφωση της σκηνικής της προσωπικότητας. Στο θέατρο συνεργάστηκαν και λίγα χρόνια αργότερα στην ιστορική παράσταση “Οδός Ονείρων”.

«Αλίμονο στους Νέους», (1961)
Η συνεργασία τους ωστόσο που άφησε εποχή και καθιέρωσε την παρουσία της στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1961 στην ταινία «Αλίμονο στους Νέους», η οποία βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου.
Για τη σχέση της με τον Χορν έχει διηγηθεί ότι όταν του εξέφρασε την επιθυμία να αποκτήσει τη μεγάλη λαϊκή αποδοχή που γνώριζε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, εκείνος της απάντησε: «Ευχή και κατάρα σου δίνω να μη γίνεις λαϊκό είδωλο. Να μπορείς να παίζεις μέχρι τα 80 σου σε ωραίες δουλειές».
Η συμβουλή δεν υποτιμούσε τη μοναδική απήχηση της Βουγιουκλάκη αλλά αποτύπωνε μια διαφορετική φιλοσοφία για το επάγγελμα: λιγότερη προσήλωση στη στιγμιαία αποθέωση και περισσότερη πίστη στη διάρκεια, στην εξέλιξη και στην ελευθερία του ηθοποιού να αλλάζει.
Η πορεία της Μάρως Κοντού έδειξε ότι ακολούθησε αυτή τη συμβουλή του μέντορα της, όπως τον αποκαλούσε εκείνη.
Cover Image: «Τα Κίτρινα Γάντια», (1960)
Διαβάστε ακόμη: A sense of touch: Η ΑW 26/27 Collection από την Christina Malle εντυπωσιάζει




