Θεοφάνεια

Έθιμα των Θεοφανείων που περνάνε από γενιά σε γενιά

by Mina Afentouli

Με αγιασμό και ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, γιορτάζεται η βάπτιση του Ιησού Χριστού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο ανήμερα τα Θεοφάνεια.

Οι πιο τολμηροί θα βουτήξουν στα παγωμένα νερά της θάλασσας σε λιμάνια, αλλά και σε ποτάμια και λίμνες, και θα συναγωνιστούν ποιος θα πιάσει τον σταυρό.

Παράλληλα πληθώρα εθίμων και παραδόσεων, συνεχίζουν να αναβιώνουν κάθε χρόνο αυτές τις μέρες, ενώ έχουν αποχωρήσει από την επιφάνεια της γης οι «καλικάντζαροι», τα γνωστά δαιμόνια της λαϊκής μας παράδοσης. Πολλά από αυτά τα έθιμα συναντώνται στην ανατολική Μακεδονία, σε περιοχές που ήταν γνωστή από την αρχαιότητα η λατρεία του θεού Διόνυσου.

 

Πηγή: sansimera.gr

Τα Μπαμπούγερα στην Καλή Βρύση Δράμας

 

Το έθιμο των Μπαμπούγερων αναβιώνει κάθε χρόνο το τριήμερο των Θεοφανείων στην Καλή Βρύση Δράμας.

Κάτοικοι του χωριού, στην πλειονότητά τους άντρες, μεταμφιέζονται, ξεχύνονται στους δρόμους και γεμίζουν το χωριό με τις φωνές και τους εκκωφαντικούς ήχους των κουδουνιών που έχουν κρεμασμένα στη μέση τους. Τα Μπαμπούγερα με την εντυπωσιακή και επιβλητική μορφή τους ξεχύνονται στους δρόμους μετά τον αγιασμό των υδάτων ανήμερα των Θεοφανίων και χτυπούν τον κόσμο με το σακίδιο στάχτης που κρατούν στο χέρι για να ξορκίσουν το κακό.

Η μάσκα που γίνεται από δέρματα ζώων έχει τη μορφή τράγου που συμβολίζει το ζώο που έχει δύναμη για ζωή. Επίσης, τα κουδούνια που ζώνονται στη μέση βγάζουν έναν ήχο για να ξυπνήσουν τη φύση. Aρκετές από τις στολές που φορούν σήμερα οι νέοι κατά το έθιμο κατασκευάστηκαν ακόμα και πριν από εκατό χρόνια, γι’ αυτό και γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια συντήρησής τους. Τα Μπαμπούγερα, ως έθιμο, έχει τις ρίζες του στη λατρεία του θεού Διονύσου κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού το 1996 η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ένα σημαντικό ιερό της λατρείας του θεού Διονύσου μόλις 2 χλμ. έξω από την Καλή Βρύση.

Πρόκειται για ένα δρώμενο που το 2023 με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού ενεγράφη στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

 

Ραγκουτσάρια στην Καστοριά

 

Τα Ραγκουτσάρια είναι ένα έθιμο που χάνεται στα βάθη των αιώνων και αποτελείται από ένα τριήμερο καρναβαλικών εκδηλώσεων στην πόλη της Καστοριάς, από τις 6 έως τις 8 Ιανουαρίου.

Ξεκινούν την ημέρα των Θεοφανίων, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι οργανώνονται σε «μπουλούκια», το καθένα με τη δική του παραδοσιακή ορχήστρα και γλεντούν με διάφορες μεταμφιέσεις στους δρόμους της πόλης.

Το έθιμο κορυφώνεται στις 8 Ιανουαρίου, την Πατερίστα, όπως τη λένε οι ντόπιοι, ημέρα του εορτασμού της Αγίας Δομινίκης, με τη μεγάλη παρέλαση των καρναβαλιστών. Νωρίς το απόγευμα παρελαύνουν όλα τα «μπουλούκια», που χορεύοντας σατιρίζουν πρόσωπα και γεγονότα. Μάλιστα, τα καλύτερα από αυτά βραβεύονται από τον Δήμο Καστοριάς, που έχει την ευθύνη της διοργάνωσης του τριημέρου.

Το όνομα και η καταγωγή αυτού του εθίμου εντοπίζονται στην κλασική αρχαιότητα, από την οποία μέσω Ρώμης και Βυζαντίου μεταφέρθηκε μέχρι και σήμερα. Το όνομα πιθανότατα προέρχεται από τη λατινική λέξη «rogatores», που σημαίνει ζητιάνοι, και η οποία πολύ εύστοχα ορίζει την ιδιότητα αυτού που συμμετέχει στην ομάδα των μεταμφιεσμένων. Υπάρχει, δηλαδή, η συνήθεια οι μεταμφιεσμένοι να ζητούν διάφορα δώρα από τα σπιτικά που επισκέπτονται σε ανταπόδοση της συνεισφοράς τους στην απομάκρυνση των κακών πνευμάτων.

Το τριήμερο των «Ραγκουτσαρίων» αποτελεί ένα από τα τουριστικά αξιοθέατα της Καστοριάς, που κάθε χρόνο συγκεντρώνει μεγάλο πλήθος επισκεπτών.

 

Οι «Αράπηδες» στο Μοναστηράκι Δράμας

 

Το Μοναστηράκι απέχει 5 χιλιομέτρα από τη Δράμα. Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι είναι οι Αράπηδες, ένα έθιμο, που τελείται στις 6 Ιανουαρίου, με σκοπό «το καλό και τη σοδειά». Μετά τη δύση του ήλιου της παραμονής των Θεοφανείων, μια ομάδα μικρών αγοριών τριγυρίζει τους δρόμους του χωριού χτυπώντας τα κουδούνια.

Το βράδυ πραγματοποιούνται διεργασίες προετοιμασίας και μύησης της «τσέτας» στο Πολιτιστικό Εργαστήρι Αράπηδων – Μάσκας και Κουδουνού. Η «τσέτα», η ομάδα των μεταμφιεσμένων, συγκροτείται αποκλειστικά από νέους άνδρες του χωριού. Ανήμερα των Θεοφανείων, η «τσέτα» μαζί με τους οργανοπαίκτες ξεκινά και επισκέπτεται τα σπίτια του χωριού και το νεκροταφείο.

Οι «Αράπηδες» φορούν στο πρόσωπο οξυκόρυφες μάσκες από γιδοπροβιές και έχουν καλυμμένο το σώμα με ποιμενικές κάπες. Στη μέση τους έχουν δεμένα τρία μεγάλα κουδούνια (χυτά) ή «μπατάλια» (σφυρήλατα),. Στο ένα χέρι κρατούν ξύλινο σπαθί, ενώ στο άλλο σακουλάκι με στάχτες. Με αυτά τα «όπλα» οι Αράπηδες ανοίγουν το δρόμο, καθώς επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε όλη τη διάρκεια των αγερμών και στον τρανό χορό της πλατείας του χωριού.

Ανάμεσα στους «Αράπηδες» πηδούν και χορεύουν οι «Γκιλίγκες» και οι «Παππούδες». Οι «Γκιλίγκες» αποτελούν τη μοναδική «γυναικεία» παρουσία στη «τσέτα», έστω και αν εκπροσωπείται από μεταμφιεσμένα νεαρά αγόρια που φορούν τις παραδοσιακές, τοπικές γυναικείες φορεσιές και που επωμίζονται την ευθύνη της τάξης και του εθιμικού τυπικού του χορού. Οι «Παππούδες» φορούν την παλιά γιορτινή τοπική αντρική φορεσιά.

Το μεσημέρι ο κόσμος συγκεντρώνεται στην πλατεία και περιμένει την «τσέτα» και τους οργανοπαίκτες για να ξεκινήσει ο χορός. Όταν πλησιάζει ο ήλιος να βασιλέψει γίνεται το εικονικό όργωμα με μιμητική σπορά. Τελειώνοντας, νύχτα πια, ο χορός αρχίζει να μικραίνει. Η «τσέτα» έχει επιτελέσει το καθήκον της και είναι έτοιμη για αποχώρηση.

Το στοιχείο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2022.

 

Πηγή: shutterstock.com

«Γιάλα-Γιάλα» στην Ερμιόνη

Στην παραλιακή πόλη της Ερμιόνης, στην Αργολίδα, τηρείται την παραμονή και ανήμερα των Θεοφανίων το ξεχωριστό έθιμο του «Γιάλα – Γιάλα». Ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια, όταν οι σφουγγαράδες, πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους, έπεφταν στη θάλασσα για να πιάσουν τον Τίμιο Σταυρό. Επίσης, έπεφταν στη θάλασσα ναυτικοί που εργάζονταν σε πλοία, αλλά και οι ψαράδες.

Με το πέρασμα των χρόνων ανέλαβαν να τηρούν το έθιμο οι νέοι της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με την παράδοση, την παραμονή των Θεοφανίων οι νέοι συγκεντρώνονται στο λιμάνι και στολίζουν τις βάρκες, με φύλλα μυρτιάς και φοίνικα, αλλά και σημαίες. Το βράδυ, ντυμένοι με παραδοσιακές ναυτικές στολές, πηγαίνουν αρχικά στο δημαρχείο, όπου τους υποδέχονται η δημοτική και η κοινοτική αρχή. Στη συνέχεια οι νέοι γυρίζουν όλη την πόλη, από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας το «Γιάλα – Γιάλα» και δέχονται ευχές και κεράσματα.

Την επόμενη μέρα, των Θεοφανίων, πηγαίνουν στο μητροπολιτικό ναό για να πάρουν την ευλογία της εκκλησίας και αμέσως μετά κατευθύνονται προς το λιμάνι, όπου τους περιμένουν τα στολισμένα καΐκια. Μέχρι να γίνει ο καθαγιασμός των υδάτων, οι νέοι κουνούν τις βάρκες με δύναμη συνεχίζοντας να τραγουδούν το «Γιάλα – Γιάλα».

Με την τρίτη κατάδυση του Τιμίου Σταυρού και της εικόνας της Παναγίας οι νέοι πέφτουν από τα καΐκια στη θάλασσα. Όλοι θα πάρουν την ευλογία της εκκλησίας, ενώ αυτοί που θα καταφέρουν να πιάσουν τον Τίμιο Σταυρό και την εικόνα της Παναγίας θα λάβουν ως ενθύμια, δώρα από τον δήμο και την εκκλησία.

 

Πηγή: sansimera.gr

 

Μωμόγεροι στη Δράμα

 

Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας απαντάται το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο έχει ποντιακές ρίζες. Η ονομασία του εθίμου προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια ζώων – λύκων, τράγων ή άλλων – ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων.

Οι Μωμόγεροι εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών των Χριστουγέννων και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους: «Αρχή κάλαντα και αρχή του χρόνου, πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου». Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή. Παραλλαγές του ίδιου εθίμου συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.

Το 2016 το εθιμικό δρώμενο των Μωμόγερων εντάχθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO.

 

«Σάγια» στη Νέα Καρβάλη

Ενα ιδιαίτερο δρώμενο αναβιώνει στη Νέα Καρβάλη της Καβάλας. Η μεγάλη εντυπωσιακή φωτιά, την παραμονή των Θεοφανίων, στο κέντρο της ιστορικής κοινότητας, επιβεβαιώνει ότι σε αυτόν τον προσφυγικό οικισμό οι άνθρωποι, οι απόγονοι των προσφύγων από το Γκέλβερι της Καππαδοκίας κρατούν ζωντανά ήθη και έθιμα, τιμώντας τη μνήμη των προγόνων τους.

Τα «Σάγια» στη Νέα Καρβάλη αναβιώνουν κάθε χρόνο με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων της κοινότητας ανεξαρτήτου ηλικίας. Την παραμονή, στο Γκέλβερι της Καππαδοκίας οι κάτοικοι νωρίς το πρωί πήγαιναν στην εκκλησία κι έπαιρναν τον μικρό αγιασμό, σε αντίθεση με τον μεγάλο αγιασμό που θα έπαιρναν την επόμενη μέρα των Θεοφανίων. Έπιναν αγιασμό και έφερναν και στα σπίτια τους για να ραντίσουν τα ζώα, τους κήπους τα χωράφια και τα αμπέλια.

Κάποιες ομάδες παιδιών, συνήθιζαν την ημέρα εκείνη να μεταμορφώνονται σε «Σάγια». Διάλεγαν μια μεγάλη κιλότα, μέσα στην οποία να μπορέσουν να βυθιστούν μέχρι το λαιμό. Το κεφάλι μόνο έμενε απ’ έξω. Μ’ ένα ζευγάρι κέρατα στο μέτωπο, μια μεγάλη σειρά από βόλους και κουδουνάκια προσδεμένο σ’ αυτό το ιδιόρρυθμο ένδυμα, πήγαιναν στα ελληνικά σπίτια και φώναζαν με δύναμη: «Ήρθε η σάγια, την άκουσες;». Με επισημότητα και με την συμμετοχή όλων γινόταν το βράδυ της ίδιας μέρας το άναμμα της φωτιάς στην αυλή της εκκλησίας.

Από νωρίς οι νέοι κουβαλούσαν κληματόβεργες και άλλα ξύλα και τα σώρευαν στην αυλή της εκκλησίας. Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά και οι άνθρωποι τριγύριζαν την πυρά χορεύοντας και τραγουδώντας. Όλοι παρακολουθούσαν την κατεύθυνση του καπνού. Αν πήγαινε Ανατολικά, ήταν καλό σημάδι, η σοδειά θα ήταν πλούσια. Αν στρέφονταν προς τη Δύση, τον Βορρά ή τον Νότο, μόνον τα σπίτια του χωριού που ήταν σ’ εκείνα τα σημεία θα είχαν καλή συγκομιδή.

Στο τέλος μάζευαν τη στάχτη και την σώρευαν πίσω από το ιερό της εκκλησίας.

Cover image: www.shutterstock.com

You may also like