Ο Γιώργος Καραμίχος είναι ένα παράδοξα οικείο πρόσωπο. Όχι μόνο λόγω της διαρκούς τηλεοπτικής του παρουσίας, που ακόμη και όταν βρισκόταν στο εξωτερικό συνέχιζε να μας επιστρέφει μέσα από τις επαναλήψεις, αλλά γιατί μοιάζει να ανήκει ήδη στη ζωή μας.
Είναι ο φίλος που βγάζει βόλτα τον σκύλο του στη γειτονιά, ο καλοντυμένος κύριος στο διπλανό τραπέζι ενός εστιατορίου, ο κομψός εραστής σε ένα ραντεβού, ο πατέρας που πηγαίνει να πάρει τους βαθμούς του παιδιού του ή εκείνος που στέλνει έμβασμα στην κόρη του για ένα απρόσμενο έξοδο. Ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας.
Ίσως γι’ αυτό δεν μας εκπλήσσει το πώς καταφέρνει έναν τόσο απαιτητικό υποκριτικό άθλο στον Vanya του πολυβραβευμένου Simon Stephens, που παρουσιάζεται, ευτυχώς, και στη Θεσσαλονίκη. Σε ένα έργο που μιλά για την αδικία, τη ματαίωση και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, ο Καραμίχος ενσαρκώνει οκτώ διαφορετικές φωνές, όχι σαν ρόλους, αλλά σαν εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης ψυχής. Εκεί που, όπως θα πει και ο ίδιος, η υποκριτική δεν είναι επίδειξη, αλλά μια πράξη ενσυναίσθησης και γενναιοδωρίας.
Κι έτσι, ο τόσο γνώριμος άνθρωπος που συναντάμε στον δρόμο, μεταμορφώνεται στη σκηνή σε καθρέφτη όλων μας. Σε έναν Βάνια που κουβαλά, τελικά, κάτι από τον καθένα.

Το έργο Vanya του Simon Stephens, στο οποίο πρωταγωνιστείτε, είναι διασκευή του «Θείου Βάνια» του Τσέχωφ. Ποια στοιχεία του αρχικού έργου έχουν διατηρηθεί;
Περίμενα πως θα επρόκειτο για μια εκτεταμένη διασκευή, όμως τελικά διαπίστωσα ότι το έργο είναι σχεδόν αυτούσιο σε σχέση με τον Θείο Βάνια. Υπάρχουν κάποιες αλλαγές στα ονόματα και στις τοποθεσίες, αλλά οι διαφοροποιήσεις είναι πραγματικά ελάχιστες. Αυτό οφείλεται στο ότι το έργο διαθέτει μια βαθιά ανθρώπινη φλέβα και μια διαχρονικότητα που το καθιστούν επίκαιρο χωρίς να χρειάζεται ουσιαστική παρέμβαση.
Επί σκηνής ενσαρκώνετε οχτώ διαφορετικούς ρόλους, με διαφορετικούς χαρακτήρες. Ποια είναι η κοινή τους συνισταμένη;
Στα έργα του Τσέχωφ, όλοι οι ήρωες – για κάποιο λόγο – δεν είναι ευχαριστημένοι. Κάτι τους φταίει. Υπάρχει λοιπόν ένα κοινό σημείο στα ανθρώπινα όντα του Τσέχωφ, ο οποίος ως παρατηρητής, γιατρός, συγγραφέας, ήξερε να φιλτράρει αυτό που έβλεπε και κατάφερε να διεισδύσει στην ουσία των πραγμάτων και δη της ανθρώπινης ψυχής. Επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία αποστολή, που είναι να είμαστε ευτυχισμένοι. Όμως, στην πορεία μπερδευόμαστε ότι η ευτυχία εξαρτάται από υλικά αγαθά, περιουσίες, διάφορες ιδέες, εξουσία, καριέρα, φιλοδοξία, οικογένεια. Ή και συναισθηματικά, δηλαδή αν βρούμε έναν σύντροφο, αυτό θα μας δώσει ευτυχία και μια κάποιου είδους ασφάλεια απέναντι στο θάνατο, απέναντι στο φόβο.
Σε όλα του τα έργα, ο Τσέχωφ θα φροντίσει να υπάρχουν και κάποιοι ρομαντικοί ήρωες Αυτό έχω καταλάβει εγώ, από τα τόσα χρόνια που διδάσκω Τσέχωφ και αρχαίο δράμα στην Αμερική. Υπάρχει λοιπόν εκεί, ένα κομμάτι ρομαντισμού, που στις μέρες μας λείπει και το έχουμε ανάγκη.
Για αυτό οι κωμωδίες του – γιατί όλα τα έργα του τα ονομάζει ως κωμωδίες – προκαλούν γέλιο που σχεδόν βγαίνει από απόγνωση, της αλήθειας. Σαν να υπενθυμίζει στο θεατή, το πόσο άνθρωποι είμαστε.
Έχετε λοιπόν, στα χέρια σας ένα πολύ επίκαιρο κείμενο…
Αυτό το έργο ανεβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο. Στην Ελλάδα, δεν υπήρχε ούτε ένα θεατρικό έτος, χωρίς να έχει ανέβει κάποιο έργο του Τσέχωφ. Σε ένα μικρό θέατρο ή σε μία μεγάλη σκηνή, θα υπάρχει κάποιο από τα τέσσερα του έργα (σ.σ. Βυσσινόκηπος, ο Γλάρος, ο θείος Βάνιας, οι Τρεις Αδερφές).
Σε κάθε παράσταση κάτι καινούργιο ανακαλύπτεις. Κάθε φορά που έχω παίξει αυτό το έργο (σ.σ. Vanya) από πέρσι μέχρι φέτος, έχω έστω μία μικρή αποκάλυψη. Έχει να κάνει και με το κοινό βέβαια, αλλά κάθε φορά συμβαίνει κάτι μαγικό και το έργο αφυπνίζει διαφορετικές εικόνες.
Τι ήταν αυτό που σε άγγιξε σε αυτό το έργο;
Κάθε παράσταση είναι διαφορετική, αλλά γενικά θα έλεγα ότι αυτό το έργο μου καλλιεργεί μια πιο βαθιά ενσυναίσθηση. Σε έναν μονόλογο πρέπει να μεταπηδάς από τη μία οπτική στην άλλη μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Όταν έχεις έναν μόνο ρόλο, υπερασπίζεσαι τη δική του αλήθεια. Όταν όμως έχεις οκτώ, όπως εδώ, πρέπει να υπερασπιστείς και τους οκτώ.
Ακόμη και σε μια σύγκρουση ή σε μια ερωτική σκηνή, πρέπει να καταλάβω και αυτόν που επιμένει και αυτόν που αντιστέκεται, αυτόν που θέλει και αυτόν που φοβάται. Αυτό είναι το μαγικό. Σκέφτομαι συχνά πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν, τη στιγμή που συγκρουόμαστε με κάποιον, μπορούσαμε πραγματικά να μπούμε στη δική του οπτική γωνία.
Άρα εύλογα αναρωτιόμαστε σε τί διαφέρει ένας ηθοποιός, που πρέπει να τα κάνει αυτά; Τι πρέπει να έχει κάποιος μέσα του για να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο;
Ο καλός, ο σπουδαίος ηθοποιός οφείλει να είναι και σπουδαίος άνθρωπος. Υπάρχουν προικισμένοι άνθρωποι, με ταλέντο, που από την αρχή καταφέρνουν να συνδέονται με μια αλήθεια. Μπορεί αυτό να είναι επιφανειακό, αλλά μπορούν να έλκουν την προσοχή.
Για να πετύχει ένας ηθοποιός, πρέπει πρώτα να συνδυάσει όλα τα δεδομένα του έργου: πότε διαδραματίζεται, ποιος είναι ο ρόλος, ποιοι είναι οι γονείς του, τι λέει. Έπειτα έρχονται οι επιλογές που κάνει, κι εκεί φαίνεται η σπουδαιότητά του, για όλα όσα δεν είναι γραμμένα στο κείμενο. Μπορεί να λέω «σε αγαπώ», αλλά από κάτω, ως ρόλος, να θέλω να σε καταστρέψω, γιατί αυτή η αγάπη είναι μια εσωστρεφής δίνη. Ή το αντίθετο: να θέλω να σε διώξω από κοντά μου, γιατί η δύναμη είναι φυγόκεντρη.
Αυτά τα στοιχεία είναι που κάνουν τόσο σημαντική την επιλογή συγκεκριμένων δράσεων του ρόλου. Το πιο ουσιαστικό όμως είναι να αφεθείς και να εμπιστευτείς τη δουλειά που έχεις κάνει, τόσο ως έρευνα όσο και ως επιλογές, και να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεων σου επί σκηνής. Έπειτα χρειάζεται γενναιοδωρία, για να μπορέσεις να το μοιραστείς με τον κόσμο, και μετά να αφήσεις αρκετό χώρο ώστε η δράση σου να γίνει ποιητική. Όπως ένα καλό ποίημα: όποιος κι αν το διαβάσει, θα ταυτιστεί και θα καταλάβει κάτι. Ίσως με διαφορετικό τρόπο, ίσως με διαφορετικό βάθος, αλλά σίγουρα όλοι θα πάρουν κάτι. Και ταυτόχρονα δεν είναι κυριολεκτικό. Το ποίημα αφήνει χώρο. Είναι σαν αυτό που μένει αφού έχουμε ρουφήξει όλο το κρασί, όλο το ζουμί: εκείνο το ελάχιστο που απομένει στον πάτο του ποτηριού, η ουσία των πραγμάτων.
Για να φτάσουμε σε μια τέτοια γενναιοδωρία, χρειάζεται να δουλεύουμε συνεχώς με το εγώ μας. Είναι σημαντική η αγωνία να γίνουμε εμείς αυτοί που θα ξεχωρίσουν. Αυτό όμως είναι οξύμωρο, γιατί το να είσαι ηθοποιός σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.
Το λέω στους μαθητές μου και στην αρχή τρομάζουν. Όμως πρέπει να το παραδεχτούμε: είμαστε εδώ γιατί ίσως δεν αγαπηθήκαμε όπως θα θέλαμε ως παιδιά. Γι’ αυτό αναζητούμε την αγάπη των άλλων. Είτε ο στόχος είναι να γίνουμε εξώφυλλο σε ένα περιοδικό, είτε να πάρουμε ένα βραβείο, είτε ακόμη και να αλλάξουμε την ιστορία της τέχνης, σε όλες τις περιπτώσεις το κάνουμε γιατί θέλουμε να ξεχωρίσουμε. Γιατί κάποτε νιώθαμε πως δεν ήμασταν αρκετά ξεχωριστοί.

Το νιώθετε αυτό; Το αναγνωρίζετε μέσα σας;
100%! Για κάποιο λόγο αισθανόμαστε ότι οι άνθρωποι δεν αγαπιούνται πραγματικά και ότι ο καθένας μας δεν αγαπιέται όσο θα ήθελε. Κι αυτό είναι ένα απολύτως φυσιολογικό ζητούμενο, γιατί όταν γεννιόμαστε οι γονείς μας συχνά δεν ξέρουν τι τους γίνεται.
Ο τρόπος για να δεχτεί κανείς αυτή τη νέα διάνοια είναι να ανοίξει στην αλλαγή. Να επιτρέψει να καταστραφεί το παλιό του λογισμικό, ώστε να εγκατασταθεί ένα καινούργιο. Πολύ λίγοι ρισκάρουν να αλλάξουν. Το ίδιο ισχύει και για έναν καλό ηθοποιό: πρέπει να δεχτεί να χάσει ένα κομμάτι του εγώ του για να μπορέσει να ανακαλύψει τα βάθη ενός ανθρώπινου όντος. Αλλιώς καταλήγει να παίζει τον εαυτό του, και αυτό είναι τελείως βαρετό.
Έχετε δουλέψει τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Τι αλλάζει στον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο ηθοποιός;
Είναι αυτό που αλλάζει και στην ελληνική κοινωνία σε σχέση με το εξωτερικό. Η διαφορά μας γενικά, βρίσκεται σε αυτό που θα το έλεγα “παρτακισμός”. Είμαστε παρτάκηδες και γι’ αυτό πολύ εύκολα γινόμαστε ανθρωποφάγοι. Ένας άνθρωπος, που καταλήγει να κοιτάζει τον εαυτό του, σημαίνει ότι έχει ενδώσει στους φόβους του. Σημαίνει, ότι νιώθει πιο σημαντικός απ’ το γείτονα. Όλο αυτό το κομμάτι του συγκριτικού βαθμού το έχουμε και το είχαμε από πάντα.
Μας άρεσε πάντα να λατρεύουμε, να θεοποιούμε καταστάσεις και ανθρώπους, να θαυμάζουμε τους Αλκηβιάδηδες και μετά να χαιρόμαστε στην πτώση τους. Σχεδόν με χαιρεκακία. Με μια τάση προς την εντροπία, η οποία είναι σαν να μας κυριεύει το κλίμα που έχουμε στην Ελλάδα. Είναι τόσο υπέροχο το φυσικό τοπίο, που πρέπει να δημιουργήσουμε με κάποιο τρόπο το σκοτάδι. Και το δημιουργούμε εμείς. Δεν χαιρόμαστε με το καλό του άλλου. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά και στην υποκριτική.
Στο εξωτερικό, από την εμπειρία μου, σέβονται πάρα πολύ τους ηθοποιούς καταρχάς. Δεν κάνουν παζάρια, γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτό, που λέει ο Καμύ, ότι η υποκριτική είναι θυσία. Είναι πράξη θυσίας το να βγαίνεις από τον εαυτό σου και να μπαίνεις σε μία άλλη συνθήκη, να ανακαλύπτεις τα σκοτάδια και τα φωτεινά σημεία και να θέλεις να τα παρουσιάσεις στον κόσμο.
Και στο εξωτερικό θαυμάζουν αυτή τη δουλειά. Τη σέβονται. Τη πληρώνουν αντίστοιχα γιατί ξέρουν ότι αυτό δεν είναι εφόρου ζωής. Δεν μπορείς να το κάνεις συνέχεια.
Στην Ελλάδα υπάρχει κυρίως η λατρεία, ειδικά όταν κάποιος κάνει καλά τη δουλειά του ή όταν απλώς αρέσει. Διότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν και πολύ καλά τη δουλειά τους αλλά για κάποιο λόγο θυσιάζουν κάτι από την προσωπική τους ζωή προκειμένου να αρέσουν. Μας αρέσουν γιατί μας τραβούν σαν φάροι, αλλά είμαστε πολύ έτοιμοι και να τους κατατροπώσουμε.
Ακριβώς όπως σε μια ερωτική σχέση. Όταν είμαστε ερωτευμένοι με έναν άνθρωπο, κατά βάθος θέλουμε να καταστρέψουμε αυτόν τον έρωτα, γιατί αισθανόμαστε ότι χάνουμε τη δική μας ακεραιότητα.
Επίσης, η μεγάλη διαφορά είναι ότι είμαστε μια πολύ μικρή αγορά. Ο αγγλικός ή ο ισπανόφωνος κινηματογράφος και το θέατρο αυτή τη στιγμή ακόμη και το γερμανόφωνο απευθύνεται σε πολύ μεγαλύτερο κοινό. Για αυτό και τα νούμερα είναι διαφορετικά. Σε μια θεατρική παράσταση στην Ελλάδα θα υπάρχουν 30 φώτα, ενώ στην Αγγλία η αντίστοιχη θα έχει 120.

Πιστεύετε ότι η τέχνη «μεταφράζεται» εύκολα από χώρα σε χώρα ή κουβαλά πάντα την καταγωγή της;
Στις Αμερικάνικες σειρές και ταινίες από τη στιγμή που κάποιος έχει προφορά, θα παίζει τον villain, τον κακό. Γιατί είναι ξένος, γιατί είναι άγνωστος. Στις Αγγλικές σειρές δεν ισχύει τόσο αυτό. Προσπαθούν να αποφύγουν το κλισέ. Βέβαια υπάρχουν δουλειές, στις οποίες το κλισέ είναι απαραίτητο.
Αυτή η τάση με τις σειρές εποχής πώς σας φαίνεται;
Στην Ελλάδα αυτό είναι σχεδόν αναγκαίο, γιατί υπάρχει μια παγκόσμια τάση προς ιστορίες μυστηρίου. Οι περισσότερες σειρές σήμερα έχουν να κάνουν με εγκλήματα και διαπλοκές, με πολύ έντονες συγκρούσεις. Όχι τόσο εσωτερικές, όχι τόσο απλές όσο παλαιότερα.
Οι τάσεις στις παραγωγές λειτουργούν σαν μόδα και αυτή τη στιγμή αλλάζουν. Μέχρι πέρσι πολλές σειρές ήταν πιο κοντά στο να είναι εποχής. Από φέτος, απ’ ό,τι ακούω, ζητούνται πιο σύγχρονες ιστορίες. Αυτή η στροφή έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις «Άγριες Μέλισσες». Έτυχε να προβληθούν μέσα στην πανδημία, όταν είχαμε τεράστια ανάγκη από παραμύθι. Έχουμε βαθιά ανάγκη να ταξιδέψουμε σε έναν άλλο κόσμο, γιατί αισθανόμαστε ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε μάς αδικεί.
Όταν σε μια κοινωνία υπάρχει δικαιοσύνη, οι άνθρωποι δεν αρρωσταίνουν τόσο εύκολα, δεν πέφτει το ανοσοποιητικό τους σύστημα. Αντίθετα, όταν νιώθεις αδικημένος μέσα σε μια μικρή οικογένεια, ως το παιδί που αδικείται στην κληρονομιά, στην προσοχή, στην αγάπη, στο φιλί, αυτό γίνεται ασθένεια. Κάτι αντίστοιχο ζούμε σήμερα ως κοινωνία. Γι’ αυτό οι ιστορίες εποχής λειτουργούν τόσο καλά: σε παρασύρουν σε έναν άλλο τόπο. Ταυτίζεσαι, αλλά με κάτι ονειρικό. Αντίθετα, ένα σύγχρονο έργο πονάει λίγο παραπάνω.
Κι αυτό όμως θα έρθει. Η εποχή αλλάζει. Κι έτσι επιστρέφουμε στο Vanya, που στο κέντρο του έχει την αδικία. Από εκεί ακριβώς ξεκινήσαμε.
Έχετε δηλώσει σε μία παλαιότερη συνέντευξή σας: “ότι έκανα, όλα όσα ήθελα”. Αυτό είναι κάτι που αφορά περισσότερο στο επαγγελματικό ή στο προσωπικό κομμάτι;
Στον επαγγελματικό τομέα και στη ζωή μου γενικώς, έχω κάνει περισσότερα, από όσα είχα ονειρευτεί. Σε ταξίδια, σε δουλειές, σε συναντήσεις, σε παιδιά, σε ακόμη πράγματα που δεν ήξερα ότι ήταν όνειρά μου, γιατί ό,τι ζούμε τελικά είναι όνειρό μας, απλώς δεν το ξέρουμε.

Θα μπορούσατε να μου αναφέρετε μερικά ορόσημα στη ζωή σας, κατά τα οποία είπατε μέσα σας “τα κατάφερα”.
Δεν έχω πει ποτέ: “τα κατάφερα”. Η επιτυχία, είναι εντελώς προσωπικό και έχει να κάνει με το τώρα, με την κάθε στιγμή.
Πολλές φορές λέω “τι όμορφα που είναι τώρα”, αλλά σαν έκφραση το “τα κατάφερα”, δεν την χρησιμοποιώ. Δεν ξέρω αν είναι από κόμπλεξ, από φόβο, από κάποιο είδους πουριτανισμό ή προκατάληψη, που δεν θα τολμήσω να πω, ότι τώρα τα καταφέραμε. Όπως και περηφάνια δεν αισθάνομαι. Δηλαδή σχεδόν με ενοχλεί, όταν ακούω ανθρώπους να μιλούν για περηφάνια. Δεν είμαι περήφανος για κάτι, είμαι χαρούμενος. Είμαι χαρούμενος όταν τα παιδιά μου είναι υγιή, όταν είναι καλά, όταν πετυχαίνουν κάτι, για το οποίο έχουν κοπιάσει.
Το «υπερήφανος» αμέσως θα με βάλει σε ένα συγκριτικό βασίλειο, που δεν μου αρέσει καθόλου. Βέβαια, μετά από και χρόνια και ψυχανάλυσης και δουλεύοντας με όλους αυτούς τους ρόλους, δεν το κάνω μόνο από φόβο. Το κάνω και γιατί δεν προλαβαίνω. Την ώρα που σκέφτομαι «Α, τι ωραία έκανα αυτό», εκείνη την ώρα ξέρω πόσα πράγματα με περιμένουν ακόμη να κάνω. Την στιγμή, που πάω να χαρώ για κάτι, υπάρχει το επόμενο, το οποίο με περιμένει εκεί.
Πώς είναι η σχέση σας με τα social media και τη δημόσια εικόνα σας;
Προς το παρόν είναι μέρος της δουλειάς και της ανάγκης του κόσμου. Από πέρσι θέλω να κλείσω τα social media και κάποια στιγμή θα το κάνω, γιατί με κουράζουν. Δεν τα έχω ακριβώς μέσα μου. Ο λόγος όμως που δεν τα έχω κλείσει ακόμη είναι ότι κάθε μήνα, μέσα από όσα κοινοποιώ, υιοθετούνται δύο ή τρία σκυλάκια. Είναι αυτό το φιλοζωικό και φιλανθρωπικό κομμάτι που με κρατά ακόμη εκεί. Νομίζω ότι το χρειάζομαι αυτό σαν να έχω ένα είδος ανοιχτή επικοινωνία με τον κόσμο.
Ξέρω ηθοποιούς που δεν έχουν καθόλου social media, ειδικά στο εξωτερικό. Πολλοί δεν τα χρησιμοποιούν, ενώ κάποιοι άλλοι τα έχουν και μέσα από αυτά κάνουν έντονο κοινωνικό έργο.
Αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι σας γνωρίζουμε περίπου στα ίδια κιλά, στην ίδια εμφάνιση σε όλα τα χρόνια παρουσίας στο χώρο. Πώς το καταφέρνετε αυτό;
Κι όμως, δεν είμαι στα ίδια κιλά. Στην Έρημη Χώρα ή στο Malice είχα πέντε κιλά παραπάνω απ’ ό,τι τώρα. Ήμουν και ξυρισμένος, οπότε αυτό φαινόταν ακόμη περισσότερο. Για κάποιους ρόλους χρειάστηκε να «φτιάξω» σώμα, για άλλους να αδυνατίσω. Όταν ήμουν μικρός, κάποια στιγμή, για την Ηλέκτρα, πήρα μέσα σε δύο τρεις εβδομάδες έξι, επτά, οκτώ κιλά, μέχρι που έφτασα τα δώδεκα παραπάνω. Κι όμως, συνολικά τα κιλά μου παραμένουν περίπου τα ίδια.
ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ
Simon Stephens | VANYA
2Η ΧΡΟΝΙΑ
Παρασκευή 16, Σάββατο 17 και Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Σκηνοθεσία Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος
Ερμηνεύει ο Γιώργος Καραμίχος
Μετάφραση: Δανάη Λουκάκη
Σκηνογραφία / Φωτισμοί: Marco Turcich
Κοστούμια: Μαρία-Σεσίλ Ιγγλέση
Μουσική Επιμέλεια: Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βιργινία Δρακοπούλου
Βοηθός Σκηνογράφου: Μαρίζα Σουλιώτη
Διεύθυνση Παραγωγής: Κωνσταντίνα Αγγελέτου
Οργάνωση Παραγωγής: Ξένια Καλαντζή
Βοηθός Παραγωγής: Πανούτσι Μαργέλος
Παραγωγή: Πολιτιστικός Οργανισμός “Λυκόφως” – Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Προπώληση : Ticketservices.gr & Ταμείο Θεάτρου (231 262 051)




